Talk of the day
-Σταμάτα πια να κοιτάς το ρολόι!
-Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Μετράω το χώρο που αναβάλλονται οι προθέσεις μου.
Έστω και διαδικαστικά, επιβάλλεται να γνωστοποιηθεί η προέλευση του τίτλου αυτής τη στήλη. Γιατί περί στήλης πρόκειται, ενός συλλογικού blog με μουσική αφετηρία, άγνωστη κατεύθυνση και αχανείς προθέσεις. Με άξονα, όμως, σταθερό. Ιστορίες υψηλής πιστότητας και απιστίας, που θα βρωμάνε όνειρα. Άλλοτε από χρώμιο και βινύλιο, όπως το βιβλίο του James Robert Baker(Aquarius 1989, μτφρ. Αγγελική Βαλαβάνη), άλλοτε φρεσκαδούρα hype αισθητικής και κάπου-κάπου μια αίσθηση βρεγμένου αέρα και λασπωμένου ζαχαροκάλαμου. Σαν τα blues του αμερικανικού νότου, που κάπως έτσι είναι και η μυρωδιά του κομματιού που δάνεισε τον τίτλο του σε τούτη εδώ τη στήλη. Ο Αμερικανός William Royce ‘Boz’ Scaggs γεννήθηκε στο Texas το 1944, έπαιξε με τον συμμαθητή του Steve Miller σε μικρά κλαμπ, έφυγε για την Αγγλία με την πρώτη του μπάντα, τους Wigs, και κάποια στιγμή βρέθηκε και στην Στοκχόλμη όπου ηχογράφησε ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε μόνο στη Σουηδία και την Δανία( αν οποιοσδήποτε το έχει, και παρ’ ελπίδα δεν το χρειάζεται, ξέρω κάποιον που δε θα έλεγε όχι). Το 1967 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και ο τότε συντάκτης του Rolling Stone, Jan Wenner, του έκλεισε ένα συμβόλαιο με την Atlantic Records του αείμνηστου πια, Ahmet Ertegun. Έτσι λοιπόν, το 1969 κατευθείαν απ’ το Muscle Shoal Studio κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Boz Scaggs” απ’ όπου και το “Loan Me A Dime”. Οποιοσδήποτε σχολιασμός μου, περί της αίσθησης του δίσκου, θα ζέχνει από κλισέ, οπότε μιας και είναι αρχή ας αφήσω και κάτι ανείπωτο. Άλλωστε αυτή η αρχή απευθύνεται πρώτα-πρώτα σ’ όλους τους φίλους που θα ‘ναι και οι πρώτοι που θα δουν τα γραφώμενα αυτού του διαδικτυακού πονήματος. Όλοι εσείς, αν θελήσετε περισσότερες λεπτομέρειες για τους μυθικούς ήχους του δίσκου, τα λέμε και κατ’ ιδίαν. Αλλά αυτή η αρχή οφείλεται και αφιερώνεται στον πιανίστα των Funk Brothers, Joe Hunter που πέθανε την Παρασκευή σε ηλικία 79ετών. Το “Heatwave” των Martha and the Vandellas και το “Pride and joy” του Marvin Gaye είναι κάποια απ’ τα κομμάτια της Motown όπου συμμετείχε. Όπως συνέβη με πολλούς μουσικούς της εποχής συνέβαλλε στη δημιουργία αμέτρητων τραγουδιών χωρίς κανένα credit. Ένας μουσικός πανταχού παρών και συνάμα απών. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης έζησε κάποια δύσκολα χρόνια, παίζοντας οπουδήποτε για ψίχουλα και τελικά, επανήλθε στο προσκήνιο, μαζί με τους Funk Brothers, το 2003 κερδίζοντας 2 Grammy για το σάουντρακ της ταινίας “Standing on the Shadows of Motown”. Πέθανε στο σπίτι του στο Ντητρόιτ, ενώ, σύμφωνα με δήλωση του γιου του, προσπαθούσε να πάρει τα χάπια του για τον διαβήτη. Τι σχέση έχει αυτή η αφιέρωση, στο intro αυτής της στήλης; Η ιστορία που αφηγείται ο Scaggs για 12 λεπτά και 48 δεύτερα, είχε ήδη -σε μικρότερη διάρκεια- ειπωθεί απ’ το 1965, από έναν αφροαμερικανό μπλουζίστα ονόματι Fenton Robinson. Τουλάχιστον αυτό μου διαβεβαιώνει η συλλογή τραγουδιών του με τίτλο “Mellow Fellow”, που κυκλοφόρησε στην Charly R&B (CRB1131), και συγκεκριμένα στη σειρά των ηχογραφήσεων της Sound Stage 7. Ο Boz δεν απέδωσε τα δέοντα στον Robinson, καθώς στο άλμπουμ του δεν αναφέρεται το όνομα του στα credit τού κομματιού. Παρόλο που στο τραγούδι, το έναυσμα και η βασική απαίτηση είναι η ανάγκη μιας δεκάρας, το ρεαλιστικό χρέος δεν ξοφλήθηκε ποτέ. Αυτό συνέβη με τα blues. Όλα όσα τους οφείλονταν, στους μουσικούς, στους ήχους, στη θεματολογία τους, έμειναν στα τεφτέρια της μνήμης και κατέληξαν μουσειακής αντιμετώπισης. Ενώ όλα ξεκίνησαν από εκεί.




[...] νονός του blog. Λίγες μέρες πιο μετά ο Loan Me a Dime έγραφε το πρώτο post κι εγώ το δεύτερο, αργότερα ακολούθησαν και οι άλλοι. [...]