Τι συνηθίζετε να τραγουδάτε στο μπάνιο? (εκδοχές και υποθέσεις)

Η απλή, και θεσμικά κλισαρισμένη, ερώτηση που καλείται ν’ απαντήσει ο Χ καλλιτέχνης, ηθοποιός, πολιτικός, ο οποιοσδήποτε συνεντευξιαζόμενος άνθρωπος. Η απάντηση, σχεδόν a priori δοσμένη, προσδίδει ( επικοινωνιακά και, σε μικρό βαθμό, σημασιολογικά) στη συνολική εικόνα που επιχειρεί να σχηματίσει ο ερωτηθείς, και κατά συνέπεια στην εντύπωση του αναγνώστη. Αναλόγως, λειτουργεί και η αναφορά ενός γνωμικού, το οποίο, χάρη στο κύρος του εκφραστή του, κερδίζει αμαχητί την προσοχή ( σε μεγάλο ποσοστό και τη συμφωνία) του αποδέκτη, δίδοντας μάλιστα και στη συνολική σκέψη εκείνου που το παρέθεσε, περισσότερα εχέγγυα αποδοχής-σεβασμού- θαυμασμού.

   Όμως, απ’ αλλού ξεκίνησα. «Τι συνηθίζετε να τραγουδάτε στο μπάνιο» είναι η ερώτηση, την ώρα που οι ευρηματικές απαντήσεις σκάνε σαν πυροτεχνήματα σ’ ένα κοινότοπο ουρανό απαντήσεων. Οι ευθείες παραπομπές σε προσωπικές λατρείες, ελαφρές απολαύσεις και τραγούδια-τσιχλόφουσκα της εποχής, παρουσιάζονται συχνότερα. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, με μεγαλύτερη συχνότητα σφυρίζεται μια σύντομη μελωδία ενός γνώριμου τραγουδιού ή σιγοτραγουδιέται ένα οποιοδήποτε κομμάτι, παρά ένα θέμα του Μπραμς ή των Do Make Say Think. Σαφώς, η πολυπλοκότητα της δεύτερης κατηγορίας αποτρέπει μια μέση μνήμη να την ανασύρει, αλλά και σε μια αντίθετη περίπτωση, πάλι το ίδιο δε θα συνέβαινε?

   Αυτό φυσικά δεν υποβαθμίζει την ισχύ «μουσικών» όπως η κλασσική, η jazz, το μεγαλύτερο κομμάτι του post rock και της electronica. Δεν τίθεται ζήτημα υπεροχής της μουσικής με στίχους σε σχέση με την instrumental. Άλλωστε, οποιοσδήποτε ήχος εγείρει έντονα (αληθινά) συναισθήματα, συνοδευόμενος ή όχι από στίχους, είναι συνάμα και επιτυχής και μεγαλειώδης για τους ακροατές του, πολλές φορές για κάθε άνθρωπο επί γης. Αν όμως, σταθεί κάποιος στην επίδραση της ορχηστρικής μουσικής θα παρατηρήσει ότι αυτή η συναισθηματική ανάταση ή πτώση διαδραματίζεται σχεδόν συγχρονικά με το άκουσμα. Δε σημαίνει πως η επίδρασή της σταματά εκεί, μπορεί να καθορίσει μια ύπαρξη για μια ολόκληρη ζωή, αλλά δε δύναται το συναίσθημα να προσομοιωθεί μιαν άλλη στιγμή, δε μπορεί να ψιθυριστεί όταν είναι απούσα. Για παράδειγμα στην κλασσική μουσική, εκεί που πίσω από κάθε θέμα κρύβεται ένα σύστημα κοινωνικών, ιδεολογικών και φιλοσοφικών αξιών, αναμφίβολα, μόνο ένας πεπαιδευμένος και γνώστης ακροατής θα απομνημονεύσει τις αρετές του ακούσματος (παρεμπιπτόντως, ο μύθος για τα παιδιά, όχι για τα έμβρυα, και την κλασσική, αναφορικά με τον δείκτη ευφυΐας, γράφτηκε πως κατέρρευσε. Έρευνες έδειξαν πως ακόμη και στην heavy metal, παρατηρούνται τα ίδια αποτελέσματα). Σ’ ένα «τραγουδιστό» κομμάτι γεφυρώνεται η απόσταση «άκουσμα-συναίσθημα» και «συναίσθημα δίχως άκουσμα».

   Επιπροσθέτως, τίθεται το ζήτημα της συμμετοχικότητας. Πράγματι, ο ήχος επιδρά στα αρχέγονα ένστικτα, δεν προϋποθέτει επίκτητες ερμηνευτικές ικανότητες, όπως η γλώσσα, για την κατανόηση του νοήματος. Όμως, παρόλο που το θρόισμα των φύλλων προϋπήρξε των λατρευτικών μουγκρητών, παρότι η κλασσική μουσική οδήγησε στη μουσική του 20ου αιώνα, θέτοντας τα θεμέλια, η ανάγκη εμφανούς ανάδρασης, συνοδείας και συμμετοχής, ήταν ανθρώπινα επιβεβλημένη, είτε γύρω από μια φωτιά, είτε γύρω από ένα τραπέζι, είτε στις κερκίδες, στο πέταλο ενός γηπέδου.  

   Παράλληλα με μια καθημερινή δραστηριότητα, όποια κι αν είναι αυτή, όποιος ακούει μουσική, συχνά μνημονεύει ένα τραγούδι. Πιο εύκολα, απ’ ότι θα μιμηθεί, προτάσσοντας τη γλώσσα μπρος στα δόντια, ένα κιθαριστικό θέμα του Ry Cooder. Που, το δεύτερο, μπορεί να είναι αντικειμενικά μεγαλύτερης αξίας απ’ ότι ένα κομμάτι που άκουσε μες στον ύπνο του, αλλά απ’ το πρωί δε μπορεί να σταματήσει να επαναλαμβάνει. Και αυτό έγκειται σαφώς στην ισχύ της γλώσσας, ως επικοινωνιακό σύστημα. Αν δεχτούμε πως το δράμα, είναι η ανώτερη των τεχνών μιας και συμπυκνώνει όλες τις υπόλοιπες, φαίνεται χρήσιμη, κατ’ αναλογία στο παρόν κείμενο, η ερμηνεία του μουσικολόγου Καρλ Νταλχάους: «Η διάσημη θέση του Βάγκνερ ότι η συμφωνία, έχοντας φτάσει στην ύψιστη τελειότητά της  με τον Μπετόβεν, στην «αποθέωση του χορού», έχει αντικατασταθεί από το μουσικό δράμα, θα πρέπει να κατανοηθεί περισσότερο ως μια θεωρία για τη φιλοσοφία της ιστορίας και λιγότερο ως εμπειρική κρίση. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει νόημα ή είναι αδύνατη πλέον η σύνθεση συμφωνιών, αλλά μάλλον ότι η συμφωνική φόρμα, που η μορφική της βάση ήταν ο χορός, δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί πέραν του σημείου που έφτασε με τον Μπετόβεν, δίχως να περιπέσει σε ακατανοησία. Η πρόοδος στη μουσική είναι δυνατή μόνο στο δράμα»*. Αντίστοιχα και στη μουσική του 20ου αιώνα, πες 21ου για το σήμερα, κινησιουργός δύναμη είναι η πλοκή εντός του κομματιού, γραμμική ή αλλοπρόσαλλη, που διαδραματίζεται και εξιστορείται. Οι νότες έχουν παιχτεί, ως γνωστόν.  H προσήλωση, ακόμα και επισταμένη, σε ένα μεγαλειώδες ορχηστρικό θέμα, μπορεί ευκολότερα να αποσπαστεί, απ’ ότι σ’ ένα μείζονος σημασίας ρεφρέν που «σκλαβώνει» χάριν επανάληψης.

   Αυτές οι δευτερευούσης σημασίας λεπτομέρειες και παράμετροι χρησιμεύουν, όχι για να καταδείξουν ανωτερότητα, ανάμεσα σε δύο μεγέθη εξ’ ορισμού ασύγκριτα. Άλλωστε οποιοσδήποτε στίχος θα ήταν λειψός στη θύμηση, χωρίς τις συνοδοιπόρους  νότες. Μιας και θα ήταν αδύνατο, να ανιχνευτούν ψυχολογικές και άλλες παράμετροι σχετικά με τα δίκτυα της μνήμης του εγκεφάλου, παρατέθηκαν σαν απλουστευμένες εκφάνσεις που μπορεί να παρατηρήσει ο οιοσδήποτε. Άλλωστε αυτή η στείρα ομαδοποίηση της μουσικής σε δύο κατηγορίες είναι στρεβλή και ανεπαρκής. Ο σκοπός αυτού του πειράματος είναι ο εξής.

   Στην εποχή μας, οι νεωτιρισμοί και οι όποιες καινοτομίες στη μουσική λένε πως διαπιστώνονται σε λογής ορχηστρικά ακούσματα. Διάφορα πειραματικά ηλεκτρονικά σκοτάδια, μινιμαλιστικά post rock με progressive καταβολές (και διάρκεια), θορυβώδεις δυσαρμονικές αποσυνθέσεις, άκρως δεξιοτεχνικά και πλουραλιστικά μπασταρδέματα. Αν θέλετε την προσωπική μου γνώμη, στις περισσότερες περιπτώσεις, τέτοια ακούσματα πράγματι μπορεί να είναι περίτεχνα και να προκαλούν ένα πρόσκαιρο εντυπωσιασμό, όμως είναι αυτή ακριβώς η περισπούδαστη και σκόπιμα μεθοδευμένη φύση τους που αποτρέπει οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Ένας πίνακας με χρώματα, καλλιγραφημένος, σε ωραίο καμβά, αποστομωτικός αλλά ανέπνευστος, σχεδόν άχρηστος. Ξέρω, είναι η τεχνολογία, είναι οι κοινωνικές δομές τέτοιες, είναι το ένα, είναι το άλλο. Κι όμως, τη στιγμή που μιλούμε για μουσικό τέλμα, κι ενώ το βάρος έχει πέσει σε «ηχητικές δοκιμές» για την ανακάλυψη μιας νέας Αμερικής, οι επιτυχίες που γίνονται ευρέως αποδεκτές παραπέμπουν σε παλαιότερους χρόνους, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές. Δεν ευαγγελίζομαι οπισθοδρόμηση. Αυτό όμως που (μου) λείπει περισσότερο είναι μερικά φοβερά «κανονικά» κομμάτια. Καινούρια αλλά με ματωμένα δάχτυλα, σκασμένα χείλια και βραχνή ψυχή. 

 

* «Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το «Καθαρά Ανθρώπινο» ». Γ. Μανιάτης. Θεωρία- Ιδέες, Πολύτροπον 2004.

Advertisements

One response to “Τι συνηθίζετε να τραγουδάτε στο μπάνιο? (εκδοχές και υποθέσεις)

  1. Παράθεμα: Old Shots (τηλεγραφικές εικασίες) « Back To Mono

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s