Το εργαστήρι του Δρ. Καλοκύρη

Ο Αντώνης Καλοκύρης διηγείται την ιστορία ενός άντρα που ερωτεύτηκε μια κοπέλα, βρίσκει την απόλυτη ταύτιση μουσικής και έρωτα με αφετηρία-έξοδο κινδύνου το “The hymn for the alcohol” των Hefner. Όπως δημοσιεύτηκε στο Fractal της δεύτερης περιόδου, τεύχ. 121, Μάιος- Ιούνιος 1999. 

Μη μου δίνεις ρούμι/ αφού το ξέρεις, με μουδιάζει/ δώσε μου ουίσκι/

Ξέρω πως είναι το ποτό του/ δεν το ‘πιες ποτέ μαζί μου/ αν και το πίνεις τώρα πια μαζί του/ μπορεί να αξίζω για το ουίσκι/ όχι όμως και για σένα

   Γίνομαι μια μεθυσμένη Πυθία, αρχές του μήνα, το τελευταίο καλοκαίρι ενός αιώνα (και όχι μόνο). Βρίσκομαι εκεί που τελειώνει η γνώση και αρχίζει το ένστικτο, εκεί που σώζεται η πίστη και ξεκινά η παρόρμηση. Συγκεντρώνω στο μυαλό μου όλες τις μουσικές ή μάλλον γίνομαι εγώ ο ίδιος όλες οι μουσικές, ένα σώμα φτιαγμένο από παύσεις, ημιτόνια, όγδοα. Ξαφνικά αντηχώ το Summertime, το Venus in Furs, το Phantasmagoria in two. Είμαι το πιάνο του Satie, η σιωπή του Cage, η φωνή της Meredith Monk. Όλες οι φωνές. Και τα όργανα. Και τα μουσικά είδη. Γιατί? Υπάρχει περίπτωση να καρφώσω τη σκιά μου μ’ ένα μαχαίρι στον τοίχο για να της ξεφύγω?

   Θα σας πω μια ιστορία. Ήταν κάποτε ένας άντρας που ερωτεύτηκε τρελά μια κοπέλα. Το τσέλο ήταν η δική της αγάπη. Η μόνη της αγάπη για την ακρίβεια. Όσο κι αν προσπαθούσε εκείνος να τραβήξει την προσοχή της, έβρισκε συνεχές εμπόδιο τις νότες, τις χορδές, το δοξάρι. Όμως ανάσα δεν μπορούσε να πάρει χωρίς εκείνη ν’ ανασαίνει κι όταν το βλέμμα της δεν έπεφτε πάνω του, εκείνος έμενε βουβός. Μέσα στην απελπισία του αποφάσισε να πάει στην Ανατολή, σ’ ένα σοφό γέρο οργανοποιό που είχε- λέγαν οι φήμες- την ικανότητα να κατασκευάζει όργανα με ψυχή. Του ζήτησε λοιπόν να πάρει την ψυχή του, να τη βάλει στο ξύλο ενός δέντρου κι απ’ αυτό να φτιάξει το πιο όμορφο τσέλο στον κόσμο. Έτσι κι έγινε. Κι ο ήρωάς μας μπορεί να έχασε την ανθρώπινη μορφή του, βρέθηκε όμως στα χέρια της καλής του. Κι εκείνη, όλο χαρά δοκίμασε το καινούριο όργανο. Μα ο ήχος του δεν της άρεσε. Και το παράτησε σε μια γωνία, χωρίς να του ξαναρίξει την παραμικρή ματιά. Το τσέλο συνέχισε ν’ ανασαίνει κάθε φορά που εκείνη έπαιρνε ανάσα, όμως ταυτόχρονα έμεινε για πάντα βουβό.

   Τελικά, όπως και να την αντιμετωπίσουμε, η σχέση μας με τη μουσική είναι η άλλη όψη της σχέσης μας με τον έρωτα. Είτε προσπαθούμε να την προσελκύσουμε, να βρούμε στήριγμα, νόημα κι εξήγηση, είτε την αγνοούμε επιδεικτικά- και κάποιες φορές αναίτια- στο τέλος υποκύπτουμε στην απροσδιόριστη ερωμένη.

Αν αναρωτιέστε προς τι η ξαφνική αυτή ενασχόληση με το αυτονόητο, ο λόγος είναι απλός: μέσα σε μια ασφυκτικά πιεσμένη κατάσταση το μήνα που μας πέρασε- η οποία «αγκάλιασε» κάμποσους ανθρώπους γύρω μου- η προσωπική μου σωτηρία, η έξοδος κινδύνου, δεν ήταν παρά ένα τραγούδι με ακόμα μία «καταραμένη» ιστορία ενός «καταραμένου» τύπου που ξαφνικά συλλαμβάνει τον εαυτό του να εύχεται να μεθύσι η κοπέλα που ποθεί-  και που τον έχει πια εγκαταλείψει- μήπως και μέσα στη ζάλη της καταλήξει ξανά στο δικό του το κρεβάτι, αντί σε αυτό του τωρινού της φίλου.

   Γλυκερό, αγαθό, έως και εκνευριστικό θέμα. Κι όμως, η κάθε ακρόαση προσέφερε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα: ο χρόνος έμοιαζε να ανασυντίθεται στις πραγματικές του διαστάσεις και η απελπισία του ήρωα των στίχων επανέφερε την εσωτερική ισορροπία. Και όσο εύθραυστη και αν είναι, μια ισορροπία παραμένει επιθυμητή. Όταν δε εμπιστεύτηκα τις σκέψεις στον αγαπητό κ. Εκδότη και είδα τη λαχτάρα στο βλέμμα του (λαχτάρα να προβάλει πάνω στο τραγούδι ένα βάσανο χρόνων) άρχισα να σκέφτομαι όλο και πιο έντονα πως τελικά αυτό που θα κουβαλήσω μαζί μου στον επόμενο αιώνα (και ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος), είναι η αίσθηση μιας ελκυστικής καταστροφής, ενός ανικανοποίητου πόθου. Δεν έχει όνομα και μορφή συγκεκριμένη, φαντάζει όμως πιο υγιής από τους «πόθους» κάποιων άλλων που εδώ και δεκαετίες μας οδηγούν αργά αλλά αταλάντευτα στην απάθεια.

   Μακάρι ο σκοπός αυτού του κειμένου να συμπυκνωνόταν σε κηρύγματα του τύπου «αφήστε τα μίση και πιάστε το γαμήσι». Δυστυχώς και σ’ αυτό το τελευταίο υπάρχουν προβλήματα (ενίοτε τουλάχιστον). Σε κάποιο σημείο του Dolce Vita του Felinni αναφέρεται ότι ο πολιτισμός χρησιμεύει στο να μας απομακρύνει από τον έρωτα. Ίσως τελικά η επαφή μαζί του να είναι το ζητούμενο, έστω και σε συνθήκες βαρβαρότητας. Κι αν όλα όσα διαβάσατε ως εδώ φαντάζουν αταίριαστα με το ύφος του περιοδικού και κάπως υπερφίαλα κι ανόητα, απλά αναλογιστείτε πόσο έρωτα περιείχε η τελευταία φορά που νιώσατε πραγματικά κάποια μουσική. Ή και το αντίθετο.

   Δεν ακούω μουσική, ούτε μαθαίνω μουσική. Δεν διαβάζω και δεν γράφω μουσική. Γίνομαι μουσική. Κλειδιά, κλίμακες και τέταρτα. Τα αυτιά μου γεμίζουν με ήχους από το πάντοτε. Ξαφνικά αντηχώ τον Moondog, τον Arsenio Rodriguez, τη Nico. Γίνομαι dub και son και funk. Η σκιά μου με ακολουθεί έχοντας ένα μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη της. Το φάντασμα ενός σκύλου η συντροφεύει. Και αυτό το καλοκαίρι- το τελευταίο ενός αιώνα- το τραγούδι, από μακριά με χαιρετάει και από κοντά μου λέει:

Don’t start me on the rum/ just because it makes me numb/Start me on the whiskey/ I know whiskey is his drink/You never drunk it with me/ and now you drink it with him/

I’m the good enough for whiskey/ not good enough for you.

 

Για την αντιγραφή,

Loan Me a Dime…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s