Marlon Brando…The wild one

«I’ m not an actor and haven’t been for years. I’ m a human being – hopefully a concerned and somewhat intelligent one – who occasionally acts».

Marlon Brando

marlon.jpg

Όταν ο Ροντ Στάιγκερ είχε πει πως, ο Μπράντο μπορούσε να κάνει τα πάντα αλλά διάλεξε το αντίθετο, είχε ήδη χτιστεί ο μεγαλύτερος ηθο-ποιητικός μύθος στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι αυτή η αιώνια και συνάμα ευλογημένη κατάρα μερικών ανθρώπων να μη μπορούν να αποφύγουν τη ίδια τους τη φύση. Βλέπεις όταν σε προστάζει ο εαυτός σου δυο επιλογές έχεις. Ή να μείνεις μαζί του ή να διαλέξεις το μονοπάτι που θα σου δοθούν τα πάντα με ακριβό αντίτιμο. Ο Μπράντο διάλεξε το πρώτο και σαν ένας σύγχρονος Σαιξπηρικός ήρωας αναζήτησε την απόλυτη αγάπη.

Γεννημένος στις 3 Απριλίου του 1924, στην Ομάχα της Νεμπράσκα από τον Γάλλο – αμερικανό, Marlon Brando Sr. και την Ιρλανδέζα – αμερικάνα μητέρα του, Ντόροθι Πενμπέικερ. Νεότερος από τις δύο πανέμορφες αδερφές του, (Τζόσελιν και Φράνσις), ο Μπράντο μεγάλωσε ανάμεσα στους αλκοολικούς γονείς του, την ζεστασιά της Έρμις, (η Δανέζα γκουβερνάντα του με το ινδονησιακό αίμα), τις θούριες μουσικές της τζαζ και των αμέτρητων τραγουδιών απ’ όλο το κόσμο. Ήταν τέτοια η λατρεία του για τη μουσική που από μικρός είχε εκφράσει το ζήλο να γίνει ντράμερ σε τζαζ μπάντα. Όπως μας πληροφορεί και ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, (διόλου τυχαίος ο τίτλος), «Τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου», λέει ότι πάντα θυμάται τη μουσική και τους στίχους των τραγουδιών, ακόμα και αν τα άκουγε για μια φορά. Υπήρξαν, όπως εξομολογείται, εποχές που δε μπορούσε να θυμηθεί το νούμερο του τηλεφώνου του ή τον αριθμό της άδειας οδήγησης του αλλά ποτέ δε λησμόνησε ένα στίχο. Το καιρό μάλιστα που πέρασε κι από το κρεβάτι του μια από τις πιο αγγελικές γυναίκες αυτού του κόσμου, για κάποιες στιγμές της δίδαξε και πιάνο. Η γυναίκα αυτή δεν ήταν άλλη από την αέναη, ξανθιά Μέριλιν Μονρόε.

Από τα πολλά σχολεία που επισκέφθηκε κατάφερε εξαρχής να δείξει τον «απροσάρμοστο» χαρακτήρα του ως αποτέλεσμα να τον αποβάλουν και στη συνέχεια να τον διώχνουν δια παντός. Σ’ ένα από αυτά μάλιστα ο νεαρός Μπράντο δεν δίστασε να καβαλήσει τη μηχανή του και να κάνει βόλτες μέσα στους διαδρόμους του σχολείου, γεγονός βέβαια που έκανε τους καθηγητές να τον στείλουν σπίτι του. Ένας αδάμαστος νεαρός όμως υποχρεούται να διαφωτίζεται από τη μαμά πατρίδα και να διδάσκεται τη τέχνη του πόλεμου. Μπαίνει στη στρατιωτική ακαδημία Σάτακ της Μινεσότα κι εκεί ξεκινάει το δεύτερο μπαράζ ατίθασων ενεργειών και φαρσών. Βάζει φωτιά στους διαδρόμους της σχολής, εξαφανίζεται απότομα κι εντελώς αδικαιολόγητα, κλειδώνει τους καθηγητές στα σπίτια τους και αλλά πολλά. Αξιομνημόνευτο όμως θα μείνει ένα γεγονός και μια από τις πιο γενναίες φάρσες που έχουν γίνει ποτέ. Κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί το γλωσσίδι της καμπάνας που σημαίνει τις ώρες, συνδεδεμένη με το τεράστιο ρολόι της ακαδημίας. Ένας τεράστιος όγκος από μέταλλο χάνεται και η καμπάνα δεν σημαίνει πια τις ώρες αγκαρίας. Ο τότε δεκαεξάχρονος Μάρλον έχει σκαρφαλώσει κρυφά μια νύχτα επάνω στο τεράστιο ρολόι, έχει αποσυνδέσει, το σχεδόν εβδομήντα κιλά από μέταλλο γλωσσίδι, το έχει κουβαλήσει στους ώμους του και το θάβει σ’ ένα μέρος που μένει κρυφό για πάντα. Στην αυτοβιογραφία του και πάλι εξομολογείται. «Πέρα από το ότι εύκολα τρομάζω, δεν αντέχω και το δυνατό θόρυβο, καίτοι οφείλω να παραδεχτώ ότι σ’ αυτό λειτουργώ επιλεκτικά. Μπορώ ν’ ακούω με τις ώρες μουσική τόσο δυνατά ώστε ν’ αναγκάζονται οι άλλοι να βγουν απ’ το δωμάτιο, αλλά οι πιο πολλοί δυνατοί ήχοι, κυρίως όσοι είναι συναφείς με την εξουσία, με ενοχλούν. Η καμπάνα στη στρατιωτική ακαδημία σήμαινε κάθε ένα τέταρτο και μας πρόσταζε να μπούμε στη τάξη, να φάμε, να κοιμηθούμε, να παραταχθούμε. Ήταν η φωνή της εξουσίας και τη μισούσα». Δυο εβδομάδες πριν την αποφοίτησή του, η διοίκηση αποβάλει δια παντός τον Μάρλον Μπράντο. Ο ασυμβίβαστος αυτός χαρακτήρας θα τελειώσει οριστικά με τους νόμους και τους θεσμούς της βλακείας και θα πορευτεί για τον ίμερο του πόθου της στιγμής. Για να καεί σαν τα μυθικά, κίτρινα ρωμαϊκά κεριά που είπε κάποτε κι ο άγιος Τζακ.Ενώ ο πατέρας του τον κριτίκαρε αρκετά συχνά για τις ενέργειές του, συνάμα τον παρακινούσε να ακολουθήσει το δρόμο που του άνηκε. Ο Μάρλον έχοντας εμπειρία από τη μητέρα του που δίδασκε στο τοπικό θέατρο της πόλης και τον είχε παρακινήσει να ασχοληθεί με την ηθοποιία, (η τελευταία μάλιστα είχε δώσει και μαθήματα σκηνικής παρουσίας στον τότε νεαρό Χένρι Φόντα, άλλο ένα γέννημα, θρέμμα παιδί της Νεμπράσκα), μαζεύει σε μια βαλίτσα την αγγελόσκονη των παιδικών και εφηβικών του χρόνων και τραβάει για τη Νέα Υόρκη. Εγγράφεται στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών και παρακολουθεί μαθήματα στο Εργαστήρι Δραματικής Σχολής όπου διευθύνει ο Έρβιν Πισκατόρ μαζί με την Στέλλα Άντλερ. Αρχίζει να αλητεύει μέρα, νύχτα. Κάνει παρέα με διανοούμενους, διαβάζει Καντ, Ρουσσώ, Νίτσε, Τολστόι, Μέλβιλ, Φόκνερ, Ντοστογιέφσκι, Ναμπόκοφ, Μπέκετ, τον αγαπημένο του Σαίξπηρ και πολλούς άλλους. Θα πάει με αμέτρητες γυναίκες. Όλες τους όμορφες, γεμάτες αισθησιασμό. Γυναίκες εξωτικές από τη Τζαμάικα και την Κολομβία. Θα τους δοθεί, θα του δοθούν και μες την αιώνια μελωδία του έρωτα που λατρεύει τα παιδιά του θα γράψει για τη πρώτη του αγαπημένη: «Ήταν ολόδική μου. Άνηκε σ’ εμένα και μόνο σ’ εμένα. Αν ήξερε τη τυφλή λατρεία μου, θα παντρευόμασταν στη κορφή του σύννεφου του Μαγγελάνου και μετά ευτυχισμένη μέσα στον έρωτά μας, θα την έπαιρνα στο άρμα μου, το φτιαγμένο από αψεγάδιαστα διαμάντια, πέρα από τα αστέρια, πέρα από το χρόνο και πέρα από το φως, στην αιωνιότητα».

Η Στέλλα Άντλερ, που για τον ίδιο το Μπράντο υπήρξε η μοναδική, πραγματική διδάχος του, θα πει για τον μεγάλο ηθοποιό πως έχει κάνει το τέλειο πάντρεμα της διαίσθησης με τη εξυπνάδα. Θα δει σ’ αυτόν τη σάρκωση του μεγάλου αρτίστα, της φοβερής ηθοποιίας που μπορεί να ισοπεδώσει τα πάντα. Θα του διευρύνει τις δυνατότητες της σκέψης και της αίσθησης. Εκείνος θ’ ανοίξει τη πόρτα και θα διαβεί τα κόκκινα χαλιά του κινηματογράφου που θα παραδοθεί μια για πάντα.

Η αυλαία θ’ ανοίξει στο Broadway και το 1944 θα παίξει στο I Remember Mama. Οι κριτικοί θα τον στηρίξουν ως το καλύτερο υποσχόμενο ηθοποιό. Ο Ηλίας Καζάν θα τον ανακαλύψει και θα δει στην υποκριτική του υπόσταση τον Στάνλει Κοβάλσκι, βίαιου και αισθησιακού ήρωα στο περίφημο «Λεωφορείον Ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς. Για τα επόμενα δυο χρόνια η δόξα του πρωτάρη θρονιάζεται στο καμαρίνι του. Οι θεατράνθρωποι τον λατρεύουν, οι γυναίκες πολύ περισσότερο, το Χόλλυγουντ στέλνει προσκλητήρια, η αυλαία της θεατρικής του καριέρας θα πέσει μια για πάντα.

Είναι η χρονιά του 1949. Τα χρήματα που μερικοί αγάπησαν περισσότερο από τη δόξα κουβαλούν το αθάνατο τομάρι του μεγάλου Μάρλον Μπράντο να νυμφευτεί το πολύβωο Παρίσι. «Ήμουν ένα από τα έξαλλα παιδιά του Παρισιού. Έκανα τα πάντα, πλάγιασα με πολλές γυναίκες, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου, κοιμόμουν μέχρι της δυο το μεσημέρι. Ότι μπορεί να φανταστεί κάνεις το έκανα στο Παρίσι». Θα ζήσει για τρεις μήνες σαν μποέμ, η πόρνη του Χόλλυγουντ θα περιμένει, όχι για πολύ. Το 1950 θα κλειστεί στο κρεβάτι του νοσοκομείου των βετεράνων στρατιωτών για να ετοιμαστεί για το ρόλο του στη ταινία The Men. Την επόμενη χρονιά ο μεγάλος Γκατζ, (Η. Καζάν), θα σινεματογραφήσει το Λεωφορείον. Ο Στάνλει Κοβάλσκι στο πανί, η θεά Βίβιαν Λη ως Στέλλα Ντιμπουά και ο Μάρλον Μπράντο με την ευλογία του Τένεσι Ουίλιαμς, το σκισμένο και ιδρωμένο μπλουζάκι, γίνεται το απόλυτο σέξι αρσενικό είδωλο που γνώρισε το σελιλόιντ. Για το ρόλο του αυτόν θα πει χρόνια αργότερα: «Ο Κοβάλσκι είχε πάντα δίκιο και ποτέ δεν φοβόταν. Δεν αμφέβαλε για τίποτα μήτε και διερωτόταν. Το εγώ του ήταν πολύ συμπαγές. Είχε και αυτή τη βίαιη επιθετικότητα που μισώ. Τα φοβάμαι όλα αυτά. Απεχθάνομαι αυτό το χαρακτήρα». Έρχεται η σειρά του επαναστάτη Ζαπάτα, (Viva Zapata!), ο Μπράντο χαλιναγωγεί το ρόλο του και διαλύει τα πάντα στο διάβα του. Η ερμηνεία του είναι απλά συγκλονιστική. Το 1953 θα ενσαρκώσει τον Ιούλιο Καίσαρα και την επόμενη χρονιά θ’ αλωνίσει τα πάντα. Το Λιμάνι της Αγωνιάς, (πάλι με τον Ηλία Καζάν), και Ο Ατίθασος του Λάσλο Μπένεντεκ. Στο πρώτο θα γίνει ένας λιμενεργάτης που εναντιώνεται στη μαφία του λιμανιού, χαρίζοντάς του και το πρώτο Όσκαρ ερμηνείας, ενώ στον Ατίθασο, θα φορέσει ένα πέτσινο μπουφάν με τα αρχικά της συμμορίας στη πλάτη του, (B.R.M.C, όλοι ξέρουν πια τι σημαίνουν τα αρχικά και ποιο συγκρότημα βαφτίσθηκε με αυτά), ένα σκληρό, μελαγχολικό βλέμμα, θα παίξει ξύλο με τον Λη Μάρβιν, θα ερωτευθεί μια ευαίσθητη σερβιτόρα και θα οδηγήσει μια ολόκληρη αλητοπαρέα στην καταστροφή μια μικρής επαρχιακής πόλης. Το μοναδικό του στυλ θα γίνει μόδα στους νέους της εποχής και ο ίδιος ο Μπράντο το απόλυτο σύμβολό τους.

Το μπαράζ των γάμων του θα ξεκινήσει. Θα παντρευτεί την Άννα Κάσφι αλλά πριν ακόμη κλείσουν χρόνο θα πάρουν διαζύγιο. Συνέχεια έχει η καλλονή ηθοποιός Μαρία Καστεντάτα, γνωστή ως Μοβίτα, εφτά χρόνια μεγαλύτερη του. Θα χωρίσει και θα ξαναπαντρευτεί μια άλλη ηθοποιό, την Τερίτα Τεριιπάια. Αγοράζει ένα εξωτικό νησάκι στον Ειρηνικό ωκεανό και μένει εκεί μαζί της για ένα χρονικό διάστημα.

Η δεκαετία του ’60 θα περάσει ανάμεσα σε μέτριες ταινίες, οικονομικές χρεοκοπίες από τα διαζύγια και τις διατροφές, γεγονός που αναγκάζει το μεγάλο ηθοποιό να παίξει σε πολλές ταινίες μονάχα για τα λεφτά. Όλα αυτά βέβαια δίχως το απείθαρχο αυτό τέρας να ξεφτίσει την ερμηνεία του και να γελοιοποιηθεί στον εαυτό του. Ήξερε πάντα τι έκανε και είχε τη γενναιότητα να το παραδεχτεί σε μια δήλωση του. «Ο μόνος λόγος που μένω ακόμα στο Χόλλυγουντ είναι γιατί δεν έχω το ηθικό κουράγιο ν’ αρνηθώ τα χρήματα που μου προσφέρει». Γεγονός είναι πάντως πως οι παραγωγοί αρχίζουν να τον αποφεύγουν για τα τερτίπια του καθώς και πολλοί σκηνοθέτες. Το 1961 κάνει τη πρώτη και τελευταία του σκηνοθετική απόπειρα. Γυρίζει το αντί – γουέστερν One Eyed Jacks ξεπερνώντας το προϋπολογισμό της ταινίας κατά 4 εκατομμύρια δολάρια κι έχοντας εκτοπίσει τους μεγάλους Σαμ Πέκινπα και Στάνλει Κιούμπρικ ως αρχικούς σκηνοθέτες.

«Πήγα στο σπίτι κι έκανα κάποιες πρόβες για να ικανοποιήσω τη περιέργεια μου αν μπορούσα να παίξω έναν Ιταλό. Έβαλα λίγο makeup και βαμβάκι μέσα στα σαγόνια μου. Δούλεψα το χαρακτήρα μπροστά στο καθρέφτη και ύστερα σε μια κάμερα. Αποφάσισα πως μπορώ να δημιουργήσω ένα χαρακτήρα που θα υποστηρίζει την ιστορία. Οι άνθρωποι στη Paramount το είδαν κι αποφάσισαν να δώσουν σε μένα το ρόλο του Νονού. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα γυρίζει την απόλυτη ταινία με θέμα τη Μαφία, ο Μπράντο επιστρέφει δυναμικά στο πανί ως Ντον Κορλεόνε, κερδίζοντας το δεύτερό του Όσκαρ. Στην απονομή στέλνει μια Ινδιάνα που διαβάζει ένα κείμενο για τη καταπίεση της φυλής της από την «ελεύθερη» αυτή χώρα που ονομάζεται μαμά Αμερική. Για άλλη μια φορά ο ασυμβίβαστος και αχαλίνωτος χαρακτήρας του είναι εδώ δείχνοντας στους αστραφτερούς κανάγιες του Χόλλυγουντ ποιος είναι ο αληθινός Wild one.

Μια νέα δεκαετία έχει ήδη ξεκινήσει και Το Κουρδιστό Πορτοκαλί σοκάρει κοινό και πουριτανικό τύπο. Η Αυτοκρατορία των Αισθήσεων μας ανατριχιάζει με τον ευνουχισμό της, η Εμμανουέλλα κάνει αεροπλανικό σεξ και ο Μάρλον Μπράντο σοδομίζει, με βούτυρο παρακαλώ, την αισθησιακή Μαρία Σνάιντερ. Το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι του έξοχου Μπερτολούτσι είναι η πιο αυτοβιογραφική ταινία του Μπράντο. Η ερμηνεία του είναι από τις πιο ποιητικές που έχουν παιχτεί ποτέ. Το σενάριο είναι αφοπλιστικά απλό κι ο μεγάλος σκηνοθέτης δίνει στο Μάρλον την ευχέρεια να ανοίξει το συναισθηματικό του σεντούκι. Ο ίδιος ξεγυμνώνεται συναισθηματικά μπροστά στο φακό και δίνει στον Πολ, ήρωα της ταινίας, τον ερωτισμό, τη συνεχής διαμάχη με το παρελθόν, τον ορυμαγδό του πόνου και της συγκίνησης. Ο ίδιος όπως εκμυστηρεύεται αργότερα διαλύεται ψυχολογικά αφού έχει δώσει όλο το είναι του. Έχει ομοιωθεί με το χαρακτήρα και το καταιγισμό αλήθειας που τον διέπει. Σε μια αξέχαστη ατάκα της ταινίας ο Μπράντο ολοφύρεται. «Ακόμα κι αν ένας σύζυγος ξοδέψει διακόσια γαμημένα χρόνια, ποτέ δε θα καταφέρει να καταλάβει την αληθινή φύση της γυναίκας του». Η νεαρή Ζαν, ηρωίδα του φιλμ, θα ζήσει την απόλυτη λατρεία με τον Πολ και τέλος θα σκοτώσει το αντικείμενο του πόθου της ωσάν αρχαιοελληνική τραγωδία. Ένα ποίημα για τον έρωτα, το πάθος της στιγμής και το πελιδνό παρελθόν κάθε ανθρώπου.

Όταν ο Τζόζεφ Κόνραντ έγραφε τη Καρδιά του Σκότους, είναι σίγουρο πως δεν είχε φανταστεί πως μπορεί αυτή η καρδιά να στεφανωθεί έναν ηθοποιό και να γίνει ο σύγχρονος ανδρόγυνος, μακελάρης του σκότους. Σ΄ ένα σκηνικό που θυμίζει τη Κόλαση του Δάντη, ο αξιωματικός Κουρτς εμφανίζεται μέσα από τα δόντια της τρέλας και φιλοσοφεί για τη φρίκη του πολέμου. Ο Μάρλον Μπράντο με ξυρισμένο κεφάλι, αργόσυρτη φωνή διάβολου και τα στυγερά μάτια που μόνο ρίγος προκαλούν, ερμηνεύει για 15 λεπτά τον παράφρων Κουρτς. Ο Κόπολα μένει άναυδος. Βλέπει έναν από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς που πέρασαν ποτέ από το κινηματογράφο να σαρκώνει την ίδια τη φρίκη. Η φρίκη! που θα ψελλίσει εκπνέοντας ο αξιωματικός Κουρτς και θα σταυρώσει για πάντα στις μνήμες μας την ερμηνεία του. Η καλύτερη αντιπολεμική ταινία που έγινε ποτέ.

Ακολούθησαν κι άλλες ταινίες, ακολούθησαν σκάνδαλα και οικογενειακές τραγωδίες. Το σώμα του πήρε έναν αυτοκαταστροφικό δρόμο, υπήρξαν ιστορίες που δεν είναι άξιες λόγου παρά μονάχα για τους μικροαστούς και τους καραγκιόζηδες των media. Ο Μπράντο έκανε εμφανίσεις σε μέτριες και κακές ταινίες από εκεί και πέρα μονάχα για τα λεφτά, αλλά πάντα με τους δικούς του όρους. Είδε τη μια κόρη του ν’ αυτοκτονεί και έναν από τους γιους του να γίνεται φονιάς. Έζησε το δικό του ψυχόδραμα όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι πάνω σ’ αυτόν το κόσμο. Ογδόντα χρόνια μετά το γέννησή του, την 1 Ιουλίου 2004 έφυγε για πάντα. Όχι όμως για το ταξίδι στην άγρια πλευρά, αυτό το είχε ζήσει σε τούτη τη ζωή.

«Δεν είμαι σε θέση να βγάλω κανένα συμπέρασμα από τη ζωή μου. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για μια διαδικασία που εξελίσσεται συνεχώς. Δε μπορώ να γνωρίζω από σήμερα τι θα επακολουθήσει αύριο. Δε θυμάμαι ποτέ να προσπάθησα να γίνω επιτυχημένος. Ήταν ένα γεγονός που απλά μου συνέβη. Πιστεύω ότι η ιστορία της ζωής μου είναι μια διαρκής αναζήτηση της Αγάπης».

Marlon Brando

brando.jpg

Written by Arturo Bandini

Advertisements

4 responses to “Marlon Brando…The wild one

  1. Υπέροχο άρθρο για ένα μεγάλο ταλέντο! Μια παρατήρηση μόνο:δεν έπαιξε τον Ιούλιο Καίσαρα αλλά τον Μάρκο Αντώνιο , στη μεταφορά στον κινηματογράφο του Ιούλιου Καίσαρα του Shakespear.

  2. Το One Eyed Jacks είναι όντως ένα cult film. Το θυμάμαι πιτσιρικάς όταν το είχα δει και με είχε εντυπωσιάσει. Ο ελληνικός τίτλος του ήταν «Η εκδίκηση είναι δική μου» και δεν πρέπει να την μπερδέψει κανείς με το ομώνυμο γιαπωνέζικο θρίλερ του Ιμαμούρα. Από τότε δεν το ξαναπέτυχα και δεν ξέρω αν έχει βγει σε DVD.
    Όσο για το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι είχε τόση επιτυχία που ο Τίντο Μπρας το 1979 πρότεινε στη Μαρία Σνάιντερ να παίξει την Ντρουσίλα στον Καλιγούλα. Μόλις όμως αυτή έμαθε ότι το έργο θα είχε τσιμπουκώματα, γαμήσια και άλλα τέτοια έκοψε πέρα γιατί ήτανε λέει σεμνή. Όταν την άλειβε ο Μάρλον με το βούτυρο ήταν καλά. Σκρόφες γυναίκες!!! Anyway στη θέση της έπαιξε η Teresa Ann Savoy που ήταν πολύ πιο νυμφίδιο και σκροφίδιο.

  3. To One Eyed Jacks κυκλοφορεί σε dvd, μάλιστα το είχε δώσει Η Καθημερινή στις αρχές της dvd-o-mania πριν 3-4 χρόνια. Η κόπια δυστυχώς ήταν κακή, ψιλοφλουταρισμένη αλλά βλέποταν

  4. To ONE EYED JACKS σε ειδική έκδοση το παραγγέλνει κανεις μέσω του διαδυκτίου.Άλλο σπουδαίο γουέστερν ήταν το APALOOSA.Τι να πω ήταν και είναι οαγαπημένος μου ηθοποιός μπράβο για το μίνι αφιέρωμα.Κάποτε τον είχε ρωτήσει ο Φρέντυ Γερμανός «Σκέφτηκες ποτέ να παίξεις στην Επίδαυρο μια και έχεις παίξει Σαίξπηρ» ο Μπράντο απάντησε αφοπλιστικά..»Δέν έχω τόση παιδεία»..τι είπατε?
    Και μια μίνι ιστορία που μπορεί και να μην είναι αληθινή αλλά κάτι μου λέει πως είναι.
    Τη δεκαετία του 80 πολλά περιοδικά έτρωγαν χυλόπιττα απο το Μπράντο όταν του ζήτησαν συνέντευξη κάποια στιγμή δέχτηκε να δώσει συνέντευξη σε κάποιο αρκεί να έπαιρνε 100.000 δολλαρια.Το περιοδικό τα έδωσε ευχαρίστως στο δημοσιογράφο που θα πήγαινε στο νησί που έμενε ο ηθοποιός.Όταν η ομάδα του περιοδικού του χτύπησε τη πόρτα ο Μπράντο βγήκε μ’εκείνο το νωχελικό ύφος και ρώτησε το δημοσιογράφο
    «Πόσο θα σας κόστισει το ταξίδι με επιστροφή»
    «10.000 δολλάρια περίπου»απάντησε ο δημοσιογράφος
    Ο Μπράντο μπαίνει στο σπίτι και μετά απο δυο λεπτά εμφανιζεται με μια επιταγή
    «Είναι 12.000 καλύπτουν τα εισιτήρια και μπορείτε τα υπόλοιπα να τα χαρείτε περνόντας λίγη ώρα ευχάριστα στο νησί άλλαξα γνώμη δε θα δώσω τη συνέντευξη»

    Τα λέμε σύντομα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s