Sympathy For The Devil by Phil Sheridan. Στήλη The Back Page, Περιοδικό Magnet, no. 79, Summer 2008.

Πόσο κακή είναι τελικά η Μουσική Βιομηχανία? Ποια η σχέση των καλλιτεχνών με το πρωτάθλημα baseball? Τι θα ήταν το Εμείς χωρίς το Αυτοί? Ο Phil Sheridan χορεύει μαζί μας πάνω απ’ τον τάφο της Αμερικανικής Μουσικής Βιομηχανίας στην πάντα φοβερή τελευταία σελίδα τού “real music alternatives” Magnet.

   Είναι τόσο πολύ πανκ το να θέλεις να χορεύεις μανιασμένα πάνω από τον τάφο της Αμερικανικής Μουσικής Βιομηχανίας (γεννήθηκε το 1929, απεβίωσε το 2008). Ευτυχής απαλλαγή για χάρη του Ανθρώπου. Ας φτύσουμε λοιπόν, όλοι μαζί, τη μνήμη όλων εκείνων των αισθητικά άμουσων A&R τύπων, τα άπληστα κοστούμια, τους συμβασιούχους παραγωγούς, τις ασύνετες προωθήσεις κάθε λογής φούσκας και όλους τους γλοιώδεις που έσπρωχναν τη λεία τους δωροδοκώντας. Αφήστε το mp3 να κυριεύσει και να δώσει στον καλλιτέχνη τη δύναμη, ας μακροημερεύσει η μουσική ελευθερία!

   Στη φετινή τελετή έναρξης για το Rock And/Or Roll Hall Of Fame , ο λίγο πολύ επαναστάτης-εικονοκλάστης Billy Joel (80 εκατομμύρια πωλήσεις) παρουσίασε τον πολέμιο της μουσικής ελευθερίας John Mellencamp (28 εκατομμύριο μονάδες μετακινηθείσες), με μια νότα θριάμβου: «Συγχαρητήρια, John! Επιβιώσατε στη μουσική βιομηχανία!»

   Τότε ναι, ας χορέψουμε πάνω απ’ το μνήμα τού διάτρητου απ’ τις ασθένειες τελειωμένου πτώματος της εξ ολοκλήρου αξιοκαταφρόνητης Αμερικανικής Μουσικής Βιομηχανίας. Αιτία θανάτου: η θανατηφόρα υπερβολική δόση της δικής της απληστίας και της αποτυχίας του να παρατηρήσει εκείνες τις τεχνολογικές προόδους κατά την πάροδο των χρόνων. Αλλά να είστε προσεκτικοί στο τι εύχεστε, μιας και οφείλουμε, στη χυδαία και σιχαμένη βιομηχανία δίσκων, πολύ περισσότερα από όσα είναι αρκετά δημοφιλή για να το παραδεχτούμε. Έναρξη με τις πιο βασικές συνεισφορές. Οι μεγάλες εταιρίες σας έδωσαν τους Elvis Presley, Little Richard, Beatles, Rolling Stones, Bob Dylan, Kinks, Who, Jimi Hendrix, Grateful Dead, Led Zeppelin, Neil Young, David Bowie, Bruce Springsteen, Ramones, Clash, Tom Petty, U2, Pearl Jam, Radiohead, Strokes…

Το πιάσατε το υπονοούμενο.

   Κανένα λογικό άτομο, και πιστεύω πως συμπεριλαμβάνομαι σε αυτήν την υποομάδα της ανθρωπότητας, δε θα υποστήριζε ότι οι μεγάλες εταιρίες μας γέμισαν περισσότερο με κακά προϊόντα απ’ ότι με καλά. Αλλά υπήρξε μια ορισμένη αξία στην ύπαρξη μιας δομής που χρησίμευσε λίγο πολύ στο να ανακαλύψει και να αναπτύξει τους ταλαντούχους μουσικούς.

   Ας χρησιμοποιήσουμε το Πρωτάθλημα της Πρώτης Κατηγορίας Baseball ως πρακτική αναλογία. Πηγαίνετε σε ένα παιχνίδι πρώτης κατηγορίας, με τα εχέγγυα για ένα ορισμένο επίπεδο απόδοσης. Είστε πεπεισμένοι ότι θα δείτε τους καλύτερους παίκτες τού κόσμου-όχι επειδή το baseball ως αντικείμενο δεν είναι βαθιά «πεσμένο» (είναι, πιστέψτε με), αλλά επειδή οι ομάδες ξοδεύουν αμέτρητες ώρες και εκατομμύρια δολάρια για να βρουν, να υπογράψουν και να φτιάξουν ταλαντούχους παίκτες. Μερικοί παραμένουν άγνωστοι. Άλλοι δεν παίρνουν εκείνη τη μια ευκαιρία. Κάποιοι δεν αποδεικνύονται τόσο καλοί όσο αναμένονταν. Άλλοι αναγκάζουν αρκετούς μεσήλικες να σηκώνονται απ’ τα καθίσματά τους, χύνοντας μπύρα απ’ τα πλαστικά τους ποτήρια, και να κραυγάζουν, «Άντε ρε παλτό!»

   Μπορείτε να πάτε σε ένα παιχνίδι δεύτερης κατηγορίας, και μπορεί να είναι ανταγωνιστικό, αλλά ξέρετε ότι δεν παρακολουθείτε τους καλύτερους δυνατούς παίκτες. Μπορείτε να πάτε σε ένα παιχνίδι ακαδημίας και να διασκεδάσετε και να ενθουσιαστείτε από τις επιδείξεις, αλλά δεν υπάρχει καμία ομοιότητα με το επίπεδο ταλέντων στη δεύτερη κατηγορία, πόσο μάλλον στην πρώτη.

   Στα καλύτερά τους, οι μεγάλες εταιρίες πράγματι βγήκαν στον κόσμο, ανακάλυψαν ταλαντούχους μουσικούς, τους ηχογράφησαν, προώθησαν τις κυκλοφορίες τους και ασφάλισαν τις περιοδείες τους. Ένας οραματιστής όπως ο Ahmet Ertegun στην Atlantic ή ο Seymour Stein στην Sire μπορούσε να συγκεντρώσει έναν ολόκληρο κατάλογο καλλιτεχνών που άξιζε να ακουστούν. Πολλές φορές μπορεί να αγοράσετε ένα άλμπουμ ακριβώς επειδή προήλθε από μια εταιρία της οποίας οι άλλες μπάντες ήταν στην πλειοψηφία τους καλές.

   Εντάξει, αυτός είναι ο πιο στοιχειώδης λόγος για να θυμάται κανείς στοργικά την εποχή των μεγάλων εταιριών. Και επαναλαμβάνω ότι εκείνα τα θετικά αντισταθμίστηκαν από αμέτρητο αριθμό αρνητικών: ατιμία, συμβάσεις εκμετάλλευσης, πίεση στους καλλιτέχνες να είναι πιο εμπορικοί, εγκατάλειψη των άξιων καλλιτεχνών που έκαναν πάρα πολύ καιρό για να βρουν ένα ακροατήριο, ο κατάλογος των REO Speedwagon. Όλα είναι αλήθεια, όλα είναι αλήθεια.

   Αλλά ακόμη και στα αρνητικά, υπήρξαν θετικά. Εδώ είναι όπου η λογική δυσκολεύεται λίγο περισσότερο να ακολουθήσει, οπότε κάντε υπομονή μαζί μου. Η σύντομη έκδοση πάει κάπως έτσι: «Χωρίς το Αυτούς, ποιο είναι το Εμείς;» Σχετικό παράδειγμα: Το «Complete Control» των Clash, από το 1977, γράφτηκε συγκεκριμένα επειδή η μπάντα ήταν σιχτιριασμένη με το γεγονός ότι η CBS κυκλοφόρησε το τραγούδι «Remote Control» ως single, ενάντια στις σαφείς επιθυμίες του group. Όχι μόνο το «Complete Control» δε θα υπήρχε εάν οι μεγαλομανείς σνομπ στη CBS δεν ήταν μια χούφτα από μαλάκες, αλλά δε θα φτιάχνονταν κι ένα καλύτερο τραγούδι από το «Remote Control». Σε μία εποχή που οι κριτικοί αποκαλούσαν τους Clash «πουλημένους» επειδή είχαν υπογράψει με μια μεγάλη ετικέτα, η μπάντα είχε την έμπνευση, για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να γράψει την καταδίκη της ίδιας της, της εταιρίας:

They said we’d be artistically free

When we signed that bit of paper

They meant, we’ll make lots of money!

And worry about it later

   Η ομορφιά, βέβαια, είναι ότι το «Complete Control» βγήκε ως single. Στην CBS Records. Τα σκουλήκια των κοστουμιών δεν νοιάστηκαν που ξεσκίζονταν στο τραγούδι. Ήθελα μονάχα να πωλήσουν περισσότερους δίσκους των Clash.

   Επτά χρόνια νωρίτερα, οι Kinks κυκλοφόρησαν έναν ολόκληρο δίσκο, το Lola Versus Powerman And The Moneygoround, σχετικό με τις συγκρούσεις τους με τους γύπες των δισκογραφικών εταιριών. Το κεντρικό θέμα τού «The Moneygoround» συνοψίζει: “Do they all deserve money from a song that they’ve never heard? They don’t know the tune and they don’t know the words, but they don’t give a damn.”

   Αφότου υπέγραψε για τα δικαιώματα των κομματιών του με τους Creedence Clearwater Revival-φανταστείτε ποια η αξία τους –στον executive της Fantasy Records Saul Zaentz, ο John Fogerty έγραψε το φοβερό «Zanz Kant Danz» (ο στίχος πάει “but he’ll steal your money,”) και το έβαλε στο άλμπουμ του Centerfield, το 1985. Ο Zaentz μήνυσε τον Fogerty, ο οποίος άλλαξε τον τίτλο και τους στίχους τού τραγουδιού στις επόμενες εκτυπώσεις.

   Κανείς μπάσταρδος στις δισκογραφικές εταιρείες, ούτε Lola Versus Powerman And The Moneygoround, ούτε “Complete Control.”. Ποιος ξέρει; Ίσως εάν δεν χρειαζόταν τα χρήματα, ο Fogerty δεν θα είχε κάνει το comeback στα μέσα της δεκαετίας του ’80 `του και δε θα είχε ηχογραφήσει το «Centerfield, ένα τραγούδι που θα στοιχειώνει πάντα τα στάδια baseball.

   Το Rock ‘n’ Roll χρειάστηκε κάτι για να επαναστατήσει εναντίον του. Είτε αυτό ήταν η πνιγηρή mainstream κουλτούρα της δεκαετίας του ’50, είτε ένας καταστρεπτικός πόλεμος στο Βιετνάμ ή η ανικανότητα της ίδια της βιομηχανίας. Χωρίς το κακό, την καταπιεστική παγιωμένη κατάσταση, η εξέγερση είναι τρόπον τινά αυνανιστική. Η ένταση που παρήχθη από τους δημιουργικούς καλλιτέχνες που εργάστηκαν για τα γεννημένα μονολιθικά εταιρικά καθίκια σκαψίματος, φάνηκε στις σταδιοδρομίες μερικών από τους μέγιστους μουσικούς της rock εποχής: Neil Young, Tom Petty, Paul Westerberg, Kurt Cobain, Eddie Vedder.

   Και δεν είναι απαραίτητο να ανατρέξετε στη δεκαετία του ’60, τη δεκαετία του ’70 ή του ’80. Το Yankee Hotel Foxtrot των Wilco θα είχε τον ίδιο αντίκτυπο αν η Reprise είχε δεχτεί να το ρημαδοκυκλοφορήσει? Θα ήταν ακριβώς το ίδιο άλμπουμ, με ακριβώς τα ίδια τεράστια τραγούδια και ήχους. Αλλά δε θα ήταν μια πολιτιστική κατάκτηση εάν ο επικεφαλής David Kahne της Reprise είχε αυτιά. Ένα από τα καλύτερα άλμπουμ αυτής της δεκαετίας, το Meadowlands των Wrens, εμπνεύστηκε κατά ένα μεγάλο μέρος από τις ανεπιτυχείς συναλλαγές της μπάντας με έναν δυνάμει record-mogul.

   Μπορεί να είναι μονάχα ένα προαίσθημα, αλλά δεν περιμένω ότι θα γραφτούν μεγάλα τραγούδια για τα παράνομα κατεβάσματα. Οι καλλιτέχνες της επόμενης δεκαετίας θα παίζουν βασικά στις «ακαδημίες», ελπίζοντας κάποιος να παρατηρήσει ότι είναι «πρώτης κατηγορίας». Δεν θα υπάρχουν συμβόλαια για να σκυλιάσουν.

   Ας ξαναρχίσουμε το χορό πάνω απ’ τον τάφο.

Για την αντιγραφή και απόδοση,

Loan Me a Dime…

Advertisements

5 responses to “Sympathy For The Devil by Phil Sheridan. Στήλη The Back Page, Περιοδικό Magnet, no. 79, Summer 2008.

  1. βρισκεις το magnet στην αθηνα ή εισαι συνδρομητης; εχω τουλαχιστο ενα χρονο να το πετυχω καπου.

  2. reo speedwagon, whow! tha eprepe na eixe thespistei adikima pou na afora to thrasos yparksis tetoion group! these guys belong to jail , man! genika to provlima me tis diskografikes einai oti prota symperiferontai sti mousiki os porni kai meta apaitoun apo to koino na tis ferthei os kyria. oreo arthro, eftyxos o typos den exei kammia idea apo ton aneipoto sourealismo ton ellinikon etairion! martakis kai ksero ntoneraki….

  3. Loan Me a Dime:oksikemia, magnet βρίσκω στο rock & roll circus. από εκεί κι έπειτα, φαντάζομαι πως υπάρχει στα πρακτορεία ξένου τύπου.dude,φαντάζομαι πως ανάλογες αντιστοιχίες martaki θα έχει κι εκεί.ή μήπως όχι. πάντως το σχόλιο περί reo speedwagon είναι φοβερό. ισάξιο με μια ατάκα σ’ ένα αφιέρωμα τού VH1 όπου οι 10cc περιγράφονται ως «αν οι pink floyd δεν είχαν αρχίδια».

  4. Σωστά όλα αυτά (και απολαυστικότατο άρθρο by the way) όμως μην ξεχνάμε και το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θέλουν να πλουτίσουν από τη μουσική τους. Κακά τα ψέματα, στην αρχή ίσως όλοι να είναι «αγνοί rockers που παίζουν για να παίζουν», όμως στην πορεία και αφού δουν ότι πιάνει η μπογιά τους, ξεχνούν την χίπικη νοοτροπία και παρακαλάνε τις δισκογραφικές για συμβόλαιο. Δεν είναι και λίγοι αυτοί που γράφουν μουσική μόνο για τα γκαφρά. Οι δισκογραφικές δημιουργήθηκαν από την ανάγκη των ακροατών να ακούσουν μουσική και από την ανάγκη των μουσικών που δεν είχαν άλλη δουλειά. Αν από εκεί και πέρα οι εταιρίες εξελίχθηκαν σε καρχαρίες,… ε αυτό είναι άλλο ζήτημα (και το λέει πολύ καλύτερα ο Phil Sheridan)

  5. Loan Me a Dime: Πάνω σ’ αυτό που λες kostaK, και για να μην πλατιάζω, ενδεικτικά θα σου πω πως προσωπικά πιστεύω ότι οι μεγαλύτεροι μάγκες στην ιστορία τού rock ‘n’ roll, ειδικά στο οικονομικό σκέλος είναι οι Stones. Θέλω να πω πως εξαρτάται τι γράφεις και χέζεσαι στο τάλιρο.Διότι πολλοί έχουν χαρακτηριστεί ως φραγκοφονιάδες,άπληστοι κλπ αλλά έφοσον κατέθεσαν ουσιαστικό και διαχρονικό έργο δε μπορώ να τους εξομοιώσω με εταιρικές πρακτικές. Παρότι, οι δισκογραφικές κι οι μουσικοί είναι αλληλένδετα κομμάτια, ή έστω ήταν μιας και το παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο μας αφήνει χρόνους σιγά-σιγά, η φύση τους είναι τελείως διαφορετική για παραλληλισμούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s