Black Francis & Phosphorescent

(Πρωτοδημοσιεύτηκαν για λογαριασμό του πέμπτου τεύχους του Muzine)

Black Francis “Svn Fngrs” ( Cooking Vinyl, 2008)

Ο Cúchulainn είναι ένας ήρωας της ιρλανδέζικης μυθολογίας που, όπως πιστεύεται, γεννήθηκε με “seven fingers and seven toes”. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο αξιοπερίεργο πορτρέτο αυτού του χαρακτήρα ήταν το γεγονός πως συχνά διακατέχονταν από φρενήρεις κρίσεις, βίαιης φοβίας, κάτι που τον έκανε να μην αναγνωρίζει ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός. Σ’ ένα τέτοιο ξέσπασμα κάποτε σκότωσε τον γιο του.

O Black Francis φόρεσε το παλιό του όνομα, φύτεψε αλλά δυο δάχτυλα σε καθένα απ’ τα άκρα, ανακαλώντας την αγάπη του για «βιβλικές» ιστορίες, και μέσα σε έξι ημέρες ηχογράφησε σε επτά τραγούδια, τον αυτοκαταστροφικό παραλογισμό και τις συγκρούσεις που, χρόνια τώρα, παλεύουν στο φαλακρό κεφάλι του. Χρειάστηκε λίγο περισσότερο από 20 λεπτά, για να επιβεβαιώσει αυτό που συμβαίνει με όλους τους ταλαντούχους και αδιάκοπα παραγωγικούς μουσικούς. Ακόμη και στην πιο επιπόλαιη, ξεπεταγμένη και βιαστική δουλειά τους, έχουν αυτές τις τόσο προσωπικές κι αγέραστες ιδέες που πολλοί επικριτές θα ζήλευαν να εντάξουν στην προσποιητά arty, ρηχότητά τους. Ο εν λόγω κύριος κραυγάζει χρόνια βέρο αμερικανικό σουρεαλισμό, με πραγματικά alternative ψυχώσεις, έστω κι αν εδώ αποτελούν τα απομεινάρια της προηγούμενης δουλειάς του, με τίτλο “Bluefinger”. Κιθάρα και ντραμς στις επάλξεις, με τη φωνή τού χοντρούλη να ανακαλεί το παρελθόν του, κυρίως βαβουριάρικα (“The Seus”) αλλά και σε μελωδικά songwriter’s μήκη ( “The Tale Of Lonesome Fetter”), καθώς το μπάσο μετράει χρόνους και οι Pixies εντός του αναθαρρύνουν θριαμβευτικά (“Garbage Heap”).

Οικειότητα, ευχαρίστηση, γλίστρημα στα γνώριμα τοπία. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για να τεθείς αναπαυτικά σύμφωνος με αυτά που σκαρώνει τώρα πια ο Charles Michael Kittridge Thompson IV. Πάντως, ο ίδιος δεν δίνει δεκάρα για το αν είσαι διατεθειμένος για κάτι τέτοιο. Κλείνει το δίσκο λέγοντας πως “When they come to murder me oh I’m already gone bye-bye”.

 

Phosphorescent “Pride” ( Dead Oceans, 2007 )

Οι ηττημένες ιστορίες έχουν τριβελίσει ουκ ολίγα αυτιά, μιας και τα απύθμενα τους βάθη φλερτάρουν τόσο ελκυστικά, καθιστώντας αναντίρρητη την πτώση. Όσο λοιπόν, θραύσματα και τραύματα αστράφτουν μες στις λογής αλκοολικές γιορτές, είναι επόμενο να ξεπετάγονται, πρόθυμοι να λιγοψυχήσουν, οι θιασώτες της παραίτησης.

Αυτό που κάποτε ονομάστηκε indie folk, έχει υποφέρει από πολλούς που ως μιμητές υποδύθηκαν, ή έστω παρερμήνευσαν, το συναισθηματικό βάρος που αντιστοιχεί σε μια ουσιαστικά θλιμμένη μελωδία. Όμως τα δάκρυα πάντοτε είναι το φιλόξενο κι αστείρευτο καταφύγιο για κάθε φέρελπι τροβαδούρο που τάχα μου σπαράζει και ματώνει στις χορδές του. Γι’ αυτό και περιπτώσεις σαν του αφοπλιστικού Will Oldham σπανίζουν πια, απ’ την άλλη όμως, κι αν είσαι τυχερός, μπορεί και να εντοπίσεις μερικά παραδείγματα διανθισμένων ομόσταυλών του. Όπως τους Phosphorescent.

Ο Matthew Houck, ένας νέος που μεγάλωσε στην Alabama αλλά ζει στην Athens της Georgia, είναι ο άνθρωπος πίσω απ’ αυτόν το δυσανάγνωστο τίτλο. Για λογαριασμό τού τέταρτου δίσκου του, πρώτου για την Dead Oceans, μετακόμισε στο Brooklyn, χωρίς όμως να ξεχάσει στη διαδρομή τον αμερικανικό νότο, κάτι που τον διαφοροποιεί σημαντικά απ’ τον υπόλοιπο συμφερτό του ιδιώματος. Κατά συνέπεια όχι μόνο επιχειρεί μεταγγίσεις αυτούσιας folk στον κλειστοφοβικό εγωκεντρισμό του, αλλά εγκαθιστά, σχεδόν στο σύνολο της πρόζας του, χορωδιακές gospel νύξεις (“Cocaine Lights”) ώστε να συνοδεύσει έναν τριπαρισμένο, μα κι ατροφικό, μονόλογο (“A Picture Of Our Torn Up Praise”).

Ενώ εμφανώς μετέχει στο πετσί των ιστοριών του, εντούτοις αφήνει τα περιθώρια σαν καλός αφηγητής, ώστε να εξετάσεις το “Pride” σαν τον αυτοδεσμευτικό του στοχασμό περί πεσιμιστικών εμμονών. Αν και, το τόσο βάρος που κουβαλάει στην καρδιά του, δεν του επιτρέπει να χειριστεί με την ίδια διαύγεια το φορμαλιστικό κομμάτι του δίσκου, όσο το στιχουργικό. Πώς όμως να παραγνωρίσεις μια ύπαρξη που μέσα από ένα ολόκλειστο καβούκι κατόρθωσε να εκθέσει ξεκάθαρα κάθε σπιθαμή των περιπλανήσεών της;

 

by Loan Me a Dime…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s