Eccentric Soul: Twinight’s Lunar Rotation (Numero Group)

image_3

It’s a slot for high school talent show winners, major label cast offs, minor label upgrades, and girlfriends with decent voices. A few hits might squeak through, but for the most part it’s the long, dark night of soul. The DJ’s call it lunar rotation; broadcast lingo for radio limbo, all night airplay for 45s with no chance of making the charts, a nice time for a disc jockey to make good on that fifty dollar handshake. It’s hope, but not much. Between 1967 and 1972 Chicago’s lunar landscape was littered with Twinight labeled 45s. Of the 55 singles released by Chicago’s Twinight label, only eight charted, and only one of those wasn’t by Syl Johnson. To call Twinight a one-artist label is apt, but still only represents half of the story. This collection is the history of Twinight after dark, beyond the hits and before the headliner. Not quite purgatory, but close enough.

The witching hour for Eccentric Soul

Μετά από δύο χρόνια έρευνας, συνεντεύξεων, αδιεξόδων, πραγματικών γεγονότων και μύθων, η εταιρεία Numero Group κατάφερε να παρουσιάσει μια εξαιρετικά αντιπροσωπευτική συλλογή για το label του Syl Johnson. Άλλωστε το όνομα του τελευταίου είναι ένας αρκούντως πιασάρικος τρόπος για να εστιάσει κανείς το ενδιαφέρον του στην εν λόγω κυκλοφορία, αν και η αφανής πηγή των πάντων ακούει στα ονόματα Bedno και Wright. Η δική τους ανεξάρτητη εταιρεία promotion που είχε αναλάβει στην περιοχή του Chicago labels όπως Chess, Stax, Motown και Atlantic μετεξέλιξε το 1967 τις δραστηριότητές της, εν είδει side project, ιδρύοντας την Twinight. Τρίτος αφανής ήρωας τούτης της ιστορίας ήταν ο ραδιοφωνατζής, ιδιοκτήτης club, manager καλλιτεχνών, program manager του τοπικού WVON και μέντορας του Johnson, E. Rodney Jones.

Μια ιστορία με πτώσεις και μετωπικές, λίγες επιτυχίες, ανεξήγητα αφανή σημεία, μα μπόλικα παραμύθια και ήχους με κάθε εφόδιο υστεροφημίας, εκτεινόμενη σε όλα τα μουσικά ιδιώματα της εποχής. Μιμητές, συνένοχοι σε φορμαλιστικές προοικονομίες και στυλοβάτες της παράδοσης ήταν όλοι εκεί. Από τον 17χρονο, ψευδώς επονομαζόμενο, Stormy με ένα διαμαντένιο b-side, το proto-funk «The Devastator» και το γλυκό «I Won’t Stop Cry» έως τον Johnny Williams, υποβοηθούμενο απ’ τους Willie Henderson και Johnny Cameron στο χορετικό uptempo του «Breaking Point» και την υπογραφή του Johnson στο ραβασάκι που κρέμεται απ’ τη φυσαρμόνικα του «Maggie». Από τους The Mystiques με το εφηβικό νεύρο του «Put Out The Fire» και τα πεφταστέρια πλήκτρα του «So Good To Have You Home Again», έως τον southern-ο τραφή Buster Benton στα «Catch Up With The World» και «That’s The Reason», και τον, μυστηριωδώς δολοφονηθέντα το 1979, George McGregor, με τις The Bronzettes στις spoken συζεύξεις με τον αδερφό του κατά τις ρυθμικές ριπές του «Everytime I Wake Up» και την αφιέρωση του δευτέρου σ’ ένα κομμάτι που έγραψε μονάχα για την αισθαντική φωνή του με εύγλωττο τίτλο «Temptation Is Hard To Fight». Κάπου ανάμεσα, περνά εμβόλιμα η ψυχεδελική κιθάρα του Sidney Pinchback στο instrumental «Soul Strokes», το ιερό funk δισκοπότηρο που επενέβη καταλυτικώς, το 1969, στην πορεία του label, επονομαζόμενο ως Pieces of Peace στο «Pass It On», καλύπτοντας και της δύο πλευρές του 45αριού, και οι Schiller Street Gang που, εμπνευσμένοι απ’ το δρόμο που έμενε ο Rodney, περίμεναν μετά τιμών τα ανεκπλήρωτα τελικώς φωνητικά του Syl στο «Remind Me».

Αν το σκεφτείς, η σημερινή vocal r&b της μπαλάντας πέφτει στο καναβάτσο, όταν ακούς ονειρεμένη soul απ’ την αγγελική αμεσότητα του Renaldo Domino στα «Nevermore» και «Not Too Cool To Cry», ενώ με το ίδιο σκεπτικό η τότε σχέση του Johnson, Annette Poindexter, προαναγγέλει disco strings με τους Pieces of Peace στο «Mama» και στρας γλυκύτητα στο «Wayward Dream». Οι Dynamic Tints, συνοδευόμενοι απ’ τους Pieces of Peace, έχουν κάτι από Temptations στα «Rosemarie», «Falling In Love» και «Be My Lady», καθώς και στη μεγαλύτερη επιτυχία τους, το»Package Of Love», και οι εξίσου Motown-οπρεπείς Kaldirons μπλέκουν τενόρο και φαλτσέτο στα «You And Me Baby» και «To Love Someone (That Don’t Love You)», ενόσω οι Perfections επιμένουν στην pop του Detroit με τα «Why Do You Want To Make Me Sad» και το παραδεισένιο «Which One Am I». Η γυναικεία δυναμική της Josephine Taylor κλέβει αγριάδα απ’ τη στόφα μεγάλων κυριών στα  «Is It Worth A Chance» και «I’ve Made Up My Mind», και ο Jimmy Jones συνεπικουρείται γλυκόπικρων εγχόρδων στην μπαλάντα «Yesterday’s Mistakes».

Κι ενώ ο ακροατής ετοιμάζεται να πάρει ανάσα ανάμεσα σε ήχους, πληροφορίες, κωδικούς από σινγκλάκια και φωτογραφικά πορτραίτα, συνειδητοποιεί πως βρίσκεται μονάχα στα μισά της διαδρομής. Οι Notations με κεκτημένη την κάποια τοπική επιτυχία τους, μαντρώθηκαν στο studio απ’ τον Johnson και παρέδωσαν βέρα soul σεβενταρία στα «I Can’t Stop», «A New Day», «Lonely People», «Just You And Me» και «I’m Still Here», όταν η Chess-οφερμένη Jo Ann Garret έκανε τις προκλητικές της απειλές στο «Goin’ Man Huntin'», και οι Krystal Generation έσπαγαν τη μέση στο κλιμακωτό «Satisfied» και έγερναν το κεφάλι στο «It Is Meant To Be». Η Velma Perkins, χάρη σε χρωστούμενο ρουσφέτι στον dj αδερφό της, τρύπωσε στην γυναικεία μυθολογία της Twinight με τα «Yes My Goodness Yes» και «I’ll Always Love You», όσο το funk ντουέτο απ’ το Illinois Chuck & Mac παρέδιδε το μπουκωμένο «The Bear» και το σπαραξικάρδιο «Powerful Love». Οι αγνώστων λοιπών στοιχείων Harrison & The Magestic Kind παραμόρφωσαν τις κιθάρες και γυάλισαν τα πνευστά στο «Can You Find Me Love» πριν ερωτοτροπήσουν στο «Tearing Me Up Inside» και ο ακαταμάχητος Renaldo Domino κάνει πάλι τα δικά του στα «Let Me Come Within», «Two Years Four Days», «You Need To Be Loved On» και «I’m A Good Man».

Λίγο πριν σβήσουν οι λιγοστοί τελευταίοι προβολείς, ο Elvin Spencer ανεβάζει τις στροφές στο «Lift This Hurt» και τις ρίχνει στο «You’re Being Unfair». Οι Radiants, έχοντας μείνει χρόνια ορφανοί απ’ τον δημιουργό τους Maurice McAlister που ακολούθησε την πορεία ως σκέτο Maurice παρέα με τον Mac, συνέβαλλαν με τα «Don’t Wanna Face The Truth» και «My Sunshine Girl» και οι The Mist, δηλαδή οι Visitors, γκρούβαραν χορευτικώς στο πρώιμο modern «Life Walked Out». Ο πολύς Nate Evans με το κύκνειο σινγκλάκι του, του «Main Squeeze» ως ξεκούμπωτου b-side και του αργόσυρτου r&b «Pardon My Innocent Heart» ως εμπροσθοφυλακή, ρίχνει αυλαία.

Twinight ended as unceremoniously as it began, in early 1972 without so much as a press release. Syl Johnson had gone, taking with him the label’s only source of income, and subsequently the label roster’s mainline for new blood. There was no inventory to sell off or secretaries to lay off, just a few dozen master tapes to store and a couple of filing cabinets to empty. Bedno and Wright went back to doing what they did best, putting other people’s records on the radio.

In the daytime.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s