Nostalgia77 & Dark Was The Night (Muzine 7 Reviews)

public_cover_048656_nostalgia77sessions

Ένας σκονισμένος δίσκος πέφτει στα χέρια ενός ανήσυχου μουσικού ενόσω κάποιο σκουρόχρωμο καρουζέλ στροβιλίζεται μελαγχολικά. Ή αλλιώς, πως οι Nostalgia 77 συνάντησαν το ζεύγος Tippett.

Πιστέψτε με, οι άνωθεν φράσεις δεν επισύρουν καμία ποινή περί σκηνοθετικού στησίματος χάριν προλόγου. Διότι ο ίδιος ο Ben «Nostalgia 77» Lamdin, αυτός ο τύπος που ξεκίνησε με βαριές funk συνθέσεις, μπήκε σε μεγάλα ακροατήρια με την επανεκτέλεση στο «Seven Nation Army» και κατέστησε την προσωπική του μουσική θέαση σε μια ξεχωριστά συγκροτημένη βούληση, έκανε την εξομολόγηση. Καθώς περνούσε ο καιρός και διερευνούσε τον αυτοσχεδιασμό πάνω στην παλιομοδίτικη και βηματιστή jazz, μέσα από hip-hop beat αναμοχλεύσεις και soulful κομπιουτερίστικες τεχνικές, προσέκρουσε σε μια obsure κυκλοφορία των αρχών της δεκαετίας του ’70 με τίτλο Septober Energy.

Συγκεκριμένα, το 1971, οι 50μελής Centipede καθοδηγούνταν αναρχικά και φιλόδοξα σε free-jazz προβληματικές απ’ τον πιανίστα Keith Tippett. Ο ίδιος ακολούθησε με τα χρόνια ανάλογες avant garde διακηρύξεις, τότε όμως ήταν που πρωτοσυνεργάζονταν με μια κυρία που εσχάτως είχε γυρίσει την πλάτη στο ’60s βρετανικό r&b ταμπεραμέντο και στο όργανο του Brian Auger ενώ δε θα αργούσε να αφήσει και το επώνυμο Driscoll, για χάρη του μέλλοντα συζύγου της. Το ζεύγος Tippett χάραξε contemporary και πειραματικά περιφραγμένη jazz πορεία κι ήταν επόμενο να απαντήσει θετικά σε ένα αλισβερίσι μεταξύ της δικής του πείρας και του εγκεφαλικού ενθουσιασμού της νέας γενιάς.

Το έσω Octet πέφτει στακάτο στη μνήμη, με τον μπασίστα Riaan Vosloo να παίρνει επάνω του τις επιβολές και τις υποδείξεις, τον κιθαρίστα Gary Boyle να συναντά τη φίλη που είχε στους Trinity, κι εκείνη ν’ αποκόπτεται απ’ την εκούσια ευλάβεια των προσευχών επιδιδόμενη σε λαρυγγισμούς 7ης τέχνης, γρυλίζοντας στα blues, πάντα φωνητικά ακατάτακτη και ξεχωριστή.

Η ισχύς εν τη ενώσει σαρκώνεται νυχτερινή, μέσα σε έντονα αργόσυρτους καπνούς και βαριά σκωπτική ατμόσφαιρα, συμφιλιώνοντας άρνηση και κατάφαση φορμαλισμού. Μινιατούρες ψίθυροι και τυπικός jazz κοσμοπολιτισμός από μια άχρονη παρέα.

690dark-was-the-night

Οι σκοτεινές διαδρομές αποτελούν αντικείμενα χαώδους διαλεκτικής. Βλέπεις η νύχτα επιδοκιμάζεται συνολικά χάρη σ’ αυτή την αίσθηση του «βιωματικού χρόνου», για να θυμηθούμε και τον Ραφαηλίδη, κι όχι μιας μαθηματικής-χρονομετρικής διάρκειας. Όσο γίνονται πιο σκιερά τα ίχνη της και πιστά απομιμείται θανάτους, όσο σπέρνει ιστορίες που ασθενούν και προοικονομεί τη στιφάδα στο στόμα το επόμενο πρωί, αλλά τόσο καρποφορεί τα μέγιστα για να γεννηθούν λαϊκές μουσικές ιστορίες.

Οι Aaron και Bryce Dessner των National αφομοιώνουν τη νύχτα και πάσα νόσο της. Ίσως γι’ αυτό να πήραν την απόφαση να κάνουν την παραγωγή μιας δουλειάς που θα εκμεταλλευόταν το νυχτερινό πυρήνα του νέου indie folk/rock «ρεύματος» παρέα με κάποιες δορυφορικές προσθήκες, αλλά η συγκομιδή της θα συνεπαγόταν το φιλανθρωπικό βάλσαμο μιας νόσου όπως το AIDS. Το ίδιο είχε συμβεί και πριν 16 χρόνια, στο «No Alternative» όπου παρέλαυναν μπάντες όπως οι Smashing Pumpkins, Sonic Youth και Pavement, το ίδιο συνέβη και φέτος απ’ την 4AD και υπό τη σκέπη του Red Hot Organization του John Carlin, που μέσα σε 20 χρόνια έχει κυκλοφορήσει 20 ανάλογες συλλογές.

Μαζεύτηκαν λοιπόν κάμποσα αξιοζήλευτα ονόματα, με στόχο τη μετουσίωση των όποιων απολαβών σε δωρεές και εκστρατείες πληροφόρησης περί του ιού, αποτυπώνοντας παράλληλα προς τα πού πορεύεται αυτή η συνομοταξία παλιών και νέων μουσικών. Έτσι, μπορεί κανείς να συναντήσει τους φωτεινά εναρκτήριους Dirty Projectors να κοιτούν με κάποιο δέος τον David Byrne, τους Books με τον Jose Gonzalez να στέκονται μετέωροι μπροστά στο Cello Song του Drake, την λιτά folky και εκ νέου ενδοσκοπικά indie Feist στο Train Song της Vashti Bunyan, την ασθμαίνουσα χειμωνιά του Bon Iver και τα μπάσα παραμύθια των National. Κάπου εκεί θα διεκδικήσει χώρο ο συγκινητικά εγκατεστημένος πια Νότος στη φωνή της Cat Power, η Sharon Jones να διασκευάζει Shuggie Otis, η αμήχανη διάθεση νεωτερισμού των Arcade Fire, ο Buck65 να ραπάρει Castanets και ο Dave Sitek να σπέρνει παράσιτα στους Troggs. Μεταξύ των πολλών ακόμη που μαζεύτηκαν σε αυτό το project, οι Kronos Quartet ανοίγουν με δοξάρια τα ομότιτλα κονσερβοκούτια του Blind Willie Johnson, οι My Brightest Diamond παίρνουν θαυμαστά Simone-κη ενέργεια στο Feeling Good, ο Sufjan Stevens κλασσικοτρόπως αποδομεί και ο Antony λέει κι άλλο Dylan με το «I Was Young When I Left Home».

Με σκαμπανεβάσματα και ασυμμετρία, το ρεζουμέ δεν είναι μονοκόμματα άοσμο αλλά ένα συνοθύλευμα, πρωτότυπων και μη, ιστοριών που διεκδικούν το εξελικτικό μέλλον τους, ανάμεσα στις δάφνες της σημερινής τους προβολής και της ιστορικής σοφίας.

Advertisements

One response to “Nostalgia77 & Dark Was The Night (Muzine 7 Reviews)

  1. Παράθεμα: My Brightest Diamond…and I’m feelin’ good « Back To Mono

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s