Nathan Davis “best of ’65-76” (Jazzman lp 026)

davcover

Nathan Davis. Ιδού ένα ακόμη όνομα που η ιδιοφυία του ετεροχρονισμένα συσσωρεύτηκε στα στόματα νέων εκτιμητών. Ποιος θα περίμενε πως το 2009 θα μπορούσε να θεωρηθεί η χρονιά της «μεγαλύτερης» δημοφιλίας του, τη στιγμή που ως μπροστάρης πνευστός παίχτης έδρασε στο διάστημα 1965-1976, χώρια της γυρολογικής του session ενασχόλησης σε jazz σχήματα. Ο 72χρονος σήμερα διδάκτωρ εθνομουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Pittsburgh, είδε ένα άλμπουμ του απ’ το 1976, το «If», να επανεκδίδεται απ’ τη Soul Jazz και ένα έτερο βρετανικό label, εκείνο του Jazzman, να κυκλοφορεί ένα best of με απόσπασματα από όλες τις προσωπικές στιγμές της καριέρας του, όταν ταξίδευε στην Ευρώπη, τη Γαλλία και τη Γερμανία, στη Γιουγκοσλαβία, την Τουρκία και τις Η.Π.Α, παίζοντας φλάουτο, τενόρο και σοπράνο σαξόφωνο.

Γι’ αυτά του τα ταξίδια ξεδιπλώνει το σκεπτικό του. «Δεν ήθελα να ζήσω στη Νέα Υόρκη. Πάντα προτιμούσα το Παρίσι. Είναι μαλακίες αυτό που λένε μερικοί, πως πρέπει να ζήσεις σε κάποιες πόλεις κλειδιά. Πρέπει να είσαι εκεί που συμβαίνει κάτι. Αν βάλεις όλες τις δισκογραφικές στην έρημο, εκεί θα συμβαίνουν όλα. Δεν ήμουν τόσο βλάκας που θα έμενα σε ένα ξενοδοχείο με αρουραίους για να είμαι ντε και καλά στη Νέα Υόρκη.» Κάπως έτσι έζησε μια ζωή όπως την ήθελε, με την οικογένειά του, το Παρίσι, την αδάμαστη σκέψη, απαρνούμενος τις σειρήνες των μεγάλων labels. Παίζοντας αυτό που ο ίδιος επεξηγούσε ως «my shit».

davis_natha_peacetrea_101b

Πριν από εκείνα τα χρόνια, προτού συμμετάσχει στα σχήματα παικτών όπως οι Kenny Clarke, Eric Dolphy, Johnny Griffin, Sonny Stitt, Dizzy Gillespie, Don Byas και Art Blakey, ο Nathan γεννιόταν το Φλεβάρη του ’37 στο Kansas, δύο τετράγωνα απ’ το πατρικό του Charlie Parker. Με νοσοκόμα μαμά και ένα φυγά απ’ την οικία boxer πατέρα, ο Nathan έμαθε πως δεν υπάρχει «δεν μπορώ». Έμαθε πως κανείς δεν έπρεπε να τον πείσει για το ότι είναι ανίκανος για κάτι. Έμαθε τα πνευστά, στα οποία αργότερα τελειοποιήθηκε, παίζοντας στην μπάντα του σχολείου, στους δρόμους, με ασπρομάλληδες απ’ τη Νέα Ορλεάνη και με συμφοιτητές του στο πανεπιστήμιο του Chicago.

Όταν αποφοίτησε στάλθηκε απ’ τη σχολή του στο Βερολίνο, ενώ η δίψα του για γνώση και εμβάθυνση στην ευρωπαϊκή και αφρικανική μουσική ιστορία είχε ήδη προσδώσει μια ιντελεκτουέλ ταυτότητα στον ιδιοσυγκρασία του ως εργάτη μουσικού. Εκεί, και αργότερα τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι όπου το 1965 κυκλοφόρησε και το ντεμπούτο του, ανδρώθηκε πλάι σε όλους τους μεγάλους τζαζίστες, παντρεύτηκε, απέκτησε μια κόρη, ώσπου να γυρίσει στην Αμερική για να γίνει πατεράς κι ενός γιού και να διδάξει στο πανεπιστήμιο.

lhrecords3095large

Το προκείμενο στην κυκλοφορία του jazzman είναι το εξής «everything from deep spiritual jazz, haunting modal melodies, ethnic Turkish jazz and ’70s funk». Απ’ το Coltrane-κο «B’s Blues» στο ντεμπούτο «Hip Walk» του ’65, το bossa-το «Sconsolato» απ’ το «Peace Treaty» (ένας τίτλος-απάντηση στον πόλεμο του Vietnam) της ίδιας χρονιάς και το «ευρωπαϊκό» «Theme from Zoltan» του «Happy Girl» πάλι εν έτει 1965, έως το κοφτερό «Mandigo’s Pad» (Rules of Freedom, 1967) και τα one-off live «Up Jumped Spring» και «Uschimaus» του «Jazz Concert In a Benedictine Monastery» (1969), ο ακροατής διαπιστώνει μια ασυγκράτητη εξέλιξη, ένα πνεύμα δεκτικό που προσλαμβάνει καθετί λες και αυτό προϋπήρχε εντός του, που διανοίγειται ιχνογραφώντας το σύμπαν, καταποντίζοντας δεσμούς και όρια. Όταν μάλιστα το eastern «Cecen Kizi» (Enstrumantal ’73, 1973), το African-american «Atlanta Walk» (Suite for Dr. Martin Luther King Jr, 1976) και τα «Makatuka» (Makatuka, 1970), «New Orleans», «Tragic Magic» (If, 1976) και «A5» (Jazz ’69, 1969), αποκαλύπτονται ως δεύτερο σκέλος τούτης της κυκλοφορίας, ανεξαρτήτως πια των φορμαλιστικών ορίων, όλο αυτό το αυτοσχεδιαστικό κι άναρχο οδοιπορικό αποδεσμεύει έννοιες όπως πίστη, πολιτική, πατρίδα χωρίς όμως την ασάφεια της γενικότητας που ενέχει η φύση τους, αλλά ως απόλυτα συνειδητά statements. Είναι τέτοια η ισχύς των ήχων και των μηνυμάτων που εκπνέονται, που μοιάζει τόσο θαυμαστά παράδοξο το γεγονός της αλληλοδιαμορφωσής τους. Ούτε για μια στιγμή το κέντρο δεν μεταθέτεται στη μία ή στην άλλη μεριά.

Όπως επίσης παραδόξο είναι πως τέτοιες ηχογραφήσεις παγιδεύονται στην ελιτίστικη και στερεότυπη εικόνα που έχει το μουσικόφιλο κοινό για την jazz, ενώ ενσαρκώνουν αισθήσεις και προβληματικές που αφορούν τον οιοδήποτε.

Advertisements

6 responses to “Nathan Davis “best of ’65-76” (Jazzman lp 026)

  1. Μπραβο ωραιο ποστ, και +1 για τη τελευταια προταση.

  2. super sullogh!
    kai supeer h ekdosh!

  3. Παράθεμα: Μπράβο στον Δημήτρη Ιατρίδη, που όλα τα προλαβαίνει! « Τσουκνίδα

  4. Ενδιαφέρεται κανείς για το βινύλιο του Nathan Davis με τους Τούρκους, Enstrumantal;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s