Η Θλίψη μέσα από τη μουσική ή αλλιώς what came first, the music or the misery?

«Με τη μουσική, τα πάθη αυτοαπολαμβάνονται»
Φρειδερίκος Νίτσε

Κλεμμένο αλλά καθόλου κοινότυπο. Ένα σωρό παιδιά ανά τους αιώνες μεθάνε στα δωμάτια τους, παίρνουν ψυχοφάρμακα, κάνουν απόπειρες 1140056865_fαυτοκτονίας- για δικούς τους λόγους ή για να μιμηθούν τους επισκέπτες που φιλοξενούν οι τοίχοι τους, οι μουσικοί τους ήρωες δηλαδή- δαγκώνουν μαξιλάρια, χτυπιούνται στα πατώματα ματώνοντας με στίχους και ήχους. Η ενηλικίωση σε μερικούς έρχεται πριν την ώρα της και οι λόγοι είναι πάντοτε πολλοί. Ερωτικός σπαραγμός, δυο γονείς που δε συγχωρούνται τα λάθη τους, το κορίτσι που έφευγε τέλος Αυγούστου και σ’ έβρισκε με τα γόνατα διαλυμένα και τη μπάλα ξεφούσκωτη, ο εφιάλτης της επόμενης χρονιάς στη πίσω πόρτα ενός παλιού αμαξιού. Όλα στα παιδικά τα λήμματα είχαν το δικό τους soundtrack. Οι Scorpions με το Holiday, οι Doors με τον απαγορευμένο στίχο «Mother, I want to fuck you», η γιαγιά με τη μερέντα στο χέρι και ο βήχας της από το τσιγάρο να σου μαθαίνει το θάνατο που στο ανθολόγιο του δημοτικού ονομαζόταν «Ο Κύριος Κανείς».
Ύστερα πάντα ερχόσουν σε επαφή με το πρώτο βινύλιο του ξαδέρφου σου. Πείτε το σύμπτωση αλλά το The Wall των Pink Floyd θα γαλουχήσει πολλά πιτσιρίκια ακόμη. «Mother do you think they‘ll try to brake my balls, θα τραγουδούν οι Waters και Gilmour κάνοντας το σχολείο μια πουτάνα φυλακή! Η πρώτη κασέτα έπεφτε στο χέρι σου με τραγούδια επιλογής του φίλου σου και πάντα τελείωνε με το Stairway To Heaven. Εκεί άρχιζαν και τα πρώτα κλάματα. Οι ονειρώξεις ήταν μια απορία που δεν είχε σχέση με τη μουσική. Η κατάθλιψη όμως; Η δυστυχία; Πάντα ερχόταν με μια κασέτα. Στις μέρες μας βέβαια, τα μηχανήματα του διαβόλου αντικατέστησαν τις κασέτες και έφεραν ολάκερες δισκοθήκες φαντάσματα να στρογγυλοκάθονται άνοστα μέσα σ’ ένα σκληρό δίσκο. Ποιος από σας θυμάται τη τελευταία κασέτα που έγραψε με τα αγαπημένα του τραγούδια; Όλα τα κασετόφωνα σκουριασμένα, όλα τα πικάπ περιφρονημένα κι εγώ μαζί με κάμποσους ακόμα κολλημένους να συνεχίζουμε γράφοντας κασέτες για γυναίκες αγαπημένες που μας μισούν κι ας μη της δώσουμε ποτές.
Η θλίψη μέσα από τη μουσική. Η αλλιώς, What came first– the music or the misery?
Ο Κιούζακ αναρωτιέται γι’ αυτό στο High Fidelity. Οι μανάδες αναρωτιούνται γι’ αυτό όταν ακούνε τους Black Heart Procession να σκοτεινιάζουν ένα ολόκληρο δωμάτιο κι έναν ολάκερο κόσμο, του παιδιού τους. Η γκόμενα που έχει μπλέξει μ’ έναν καταθλιπτικό που ακούει από το πρωί μέχρι το βράδυ τα άπαντα του Matt Elliott, ο καθηγητής που διαβάζει τις καλύτερες εκθέσεις από τον μακρυμάλλη της τάξης και δε λέει να το παραδεχτεί. Ο γελοίος dj, που όταν του ζητάει κάποιος περίεργος να παίξει λίγο Nick Drake κοιτάζει μ’ έναν μορφασμό χειρότερο κι από τη μούρη του κάνοντας το κομμάτι του μέσα σ’ ένα ψόφιο μπαρ με ακόμα πιο ψόφιους συγκυριακούς ερασιτέχνες πότες.
Μαζεύεις δίσκους, ακούς τον αγαπημένο σου ραδιοφωνικό σταθμό, (ο Ρόδον ήταν ο τελευταίος και ο καλύτερος), πηγαίνεις σε συναυλίες, γυρνάς σπίτι σου με σωσμένο το τομάρι σου και πιο δυνατός. Μαθαίνεις το αλκοόλ, διαβάζεις βιβλία, γίνεσαι ακόμα πιο καταθλιπτικός. Θες να τα μοιραστείς όλα αυτά. Βρίσκεις ανθρώπους, βρίσκεις γυναίκες και ψάχνεις ώρες στα δισκάδικα για το δίσκο που θα γίνει το ιδανικό δώρο γι’ αυτές. Κάνεις έρωτα για πρώτη φορά με το Jism των Tindersticks και αυτόματα ο δεύτερος δίσκος τους γίνεται το ξάγρυπνο φάντασμα της ζωής σου.
Ένα σωρό τραγούδια σ’ ακολουθούν, ένα σωρό μπάντες σε παίρνουν απ’ το χέρι, ένα σωρό φωνές τα λένε μόνο για σένα. Ο Nick Cave γίνεται ο ψυχίατρος σου, (ήξερα μια κοπέλα κάποτε που το Mercy Seat της γάμησε τη μισή ζωή. Την άλλη μισή, δυο άντρες όπως ισχυρίζόταν), και ο Ian Curtis, εικόνα αγίου πάνω από το κρεβάτι σου.
Ύστερα τα χρόνια περνούν. Η λύσσα σου γίνεται μεγαλύτερη. Βέβαια υπάρχει και η άλλη οδός που λέει ότι σε κάποια ηλικία «σοβαρεύεσαι». Σταματάς ν’ ακούς το Love sick του Bob Dylan και το Alice του Tom Waits εναλλάξ μια βραδιά επί τέσσερις ώρες συνεχόμενες στο repeat και σουρωμένος με κούραση στην ψυχή, και ξεκινάς να γλιτσιάζεις το μαλλί, να αγοράζεις μαζί με την Monica και το τελευταίο της Ζήνα και τα πάντα πάνε κατά διαόλου επειδή ο χρόνος κάνει καλά τη δουλειά του. Όλοι πάντα ξεκινούν για πλάκα και μετά καταλήγουν στη παραλιακή προσφέροντας 200 euro σε τζιβιτζιλούδες Πετρούλες και σιλικονάτα μπουρδελιάρικα βυζιά. Έτσι για πλάκα! Αλλά εδώ δεν μας νοιάζουν αυτοί ποτέ δεν μας ένοιαζαν. Εδώ μιλάμε γι’ αυτούς που λυσσάνε, γι’ αυτούς που όσο μεγαλώνουν γίνονται πιο φετιχιστές, πιο θλιμμένοι, πιο κολλημένοι, πιο τρελαμένοι. Ψάχνουν για ακούσματα που θα τους συγκινήσουν, ψάχνουν να αγοράσουν ξανά το Blue της Joni Mitchell επειδή η προηγούμενη κόπια έχει λιώσει απ’ το παίξιμο, παθιάζονται με το κάθε είδος που σκάει μύτη και συνεχίζουν να ακολουθούν με ακόμη περισσότερη λύσσα. 071214_SO02fear_vl-verticalΚαθάριοι μένουν, προβληματικοί. Τακτοποιούν τα υπάρχοντα τους με χρονολογική σειρά, κάποιες φορές και με μια δική τους, προσωπικά αυτοβιογραφική. Δεν αναπολούν, δε γίνονται μίζεροι, όποτε χρειάζεται γυρνούν πίσω το χρόνο μόνο για την ανάμνηση και όχι για τη ζήση. Συνεχίζουν να γράφουν κασέτες, συνεχίζουν να ακούνε βινύλια. Κι όταν αργά πια, καταφθάνουν σπίτι τους, κατεβάζουν το τηλέφωνο, πλησιάζουν τη δισκοθήκη τους, με ειδική ευλάβεια ξετρυπώνουν το πολύτιμο τους άκουσμα, βάζουν δυο δάκτυλα στο ποτήρι από το αγαπημένο τους ποτό κι όλα παίρνουν τον ίσιο δρόμο.
Η μουσική είναι διαφυγή, είναι καταφύγιο, είναι η νύχτα η τρυφερή, η μέρα η σκληρή, η αγάπη που ποτέ δε θα σε προδώσει και δε θα προδώσεις. Ο καλύτερος βουτηχτής σου, το υπάκουο ων και το ξιπασμένο. Θα σε πλημμυρίσει συναισθήματα, θα σου ψιθυρίσει μια Κυριακή πρωί ν’ αντέξεις λίγο ακόμη, το μάγουλο που πάντα ήθελες να νιώσεις, η τέχνη η μοναδική, η ανώτερη τέχνη. Το κενοτάφιο της μνήμης σου. Ο άτηκτος θεός. Ο διάολος που σε λάτρεψε όλες τις φορές που τον πλησίασες. Σου γέμισε το ποτήρι, σε πήρε από το χέρι, σε ξαγρύπνησε για να δεις όλο το ταξίδι του. Ένα πανηγύρι που η χαρά του και η λύπη του μπορεί να ξεθυμάνει όλο το βιός σου, τα τραπέζια που κάθισες και ξοδεύτηκες όταν κανείς δεν ήταν εκεί και όταν όλοι ήταν εκεί. Η μουσική ήταν πάντα η δυστυχία σου και δυο τρεις άνθρωποι. Με αυτούς τελείωσες, με τη μουσική ποτέ. Αυτούς σταμάτησες να τους ακούς, τη μουσική ποτέ.
Η θλίψη μέσα από τη μουσική, ή αλλιώς, what came first-the music or the misery?
Η δυστυχία ήρθε πρώτη κι ο άνθρωπος επινόησε τη μουσική για να την αντιμετωπίσει.
Σ’ ένα διαλυμένο κόσμο, ένα ζευγάρι δε θα ξανασυναντηθεί ποτέ. Η μουσική όμως θα είναι εκεί. Στο δωμάτιο της. Στο δωμάτιο του. Στον αέρα, στη νυχτιά τη μαύρη και σ’ όλες τις αλησμόνητες μέρες. Θα φτιάχνει ανθρώπους πιο δυνατούς, θα γιατρεύει πλάσματα υστερικά και σώματα που δε κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν το πρώτο χωρισμό. Θα παίζουν οι Joy Division και θα σκοτώνεσαι. Θα τραγουδάει η PJ Harvey και θα ερωτεύεσαι πράματα αθέατα. Θα βλέπεις τους Murder By Death live στα γεννοφάσκια ενός καινούργιου φθινοπώρου κι ένα χαμένο κορίτσι θα σου χαρίζει το τρυφερό της ίσκιο. Μια γυναίκα θα περιμένει τον Lanegan στη γωνιά, κι αυτός θα της τραγουδάει μετανιωμένος Don‘t forget me dear. Ένα κορίτσι θα σιχαίνεται τον άντρα της παραμονές χειμώνα ακούγοντας My Brightest Diamond, κι ο άντρας θα καταντάει με μια τρύπα στο συκώτι ακολουθώντας έναν άγγελο σε περήφανους δρόμους αγκαλιά με το Don’t give up on me του Solomon Burke.
Τ’ αναγνωρίζεις όλα αυτά; Είναι οι δικές σου μουσικές. Οι δικές μου. Οι μουσικές που μας ακολούθησαν τόσα χρόνια. Οι μουσικές που ήρθαν μαζί με τη θλίψη. Οι μουσικές που όταν πεθάνουμε θα μείνουν να ξαναπούν την ιστορία μας. Οι μουσικές που μας χάρισαν και οι μουσικές που θα χαρίσουμε.

Στην υγειά σας!!!

By Arturo Bandini

birds2

Υ.Γ. Το παρόν κείμενο είχε αναρτηθεί σε τούτο το ιστολόγιο δυόμιση χρόνια πριν, αλλά ένας διάβολος της wordpress το κατάπιε μην αντέχοντας τις μουσικές του. Έτσι λοιπόν ξανά δημοσιεύεται!

first painting by Giovanni Bragolin

second photograph by Matt Mahurin

third painting by Susanne Kelly

και οι τρεις αρτίστες έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους σε σχέση με την μουσική

Advertisements

4 responses to “Η Θλίψη μέσα από τη μουσική ή αλλιώς what came first, the music or the misery?

  1. Κάπου εκεί ωριμάζεις και ανακαλύπτεις , μιαν ωραίαν πρωΐαν, ότι έφτασες εξήντα χρονών, με τρία παιδιά και μια γυναίκα που ανεβάζει δέκα κιλά κάθε χρόνο. Η ζωή, τελικά, όχι μόνο είναι ωραία, όχι μόνο τα’χει με άλλον, αλλά πηδιέται μαζί του μπροστά σου. Johnie Walker Black Label. Γειά μας!

  2. Η μουσική ακολούθησε και, μεταξύ μας, δεν άλλαξε την κατάστασή μας (συχνά την έκανε χειρότερη), αλλά ίσως είναι καλύτερα έτσι.

    Καλημέρα.

  3. Με τη μουσική και τα βιβλία δε γίνεσαι κα..ταθλιπτικός αλλά κα…λύτερος.
    First came misery then came music and then came redemption.
    Όλοι οι καταθλιπτικοί μουσικοί μας λύτρωσαν γιατι απλά μετουσίωσαν το δαιμωνα τους σε νότες.
    Σκέψου μόνο χωρίς τους Drake,Smith,Curtis,Waits,Cave,Chesnutt,Cobain κλπ τι θα μας περίμενε στη γωνία.
    Όχι δε μεγάλωσα έτσι όπως κάποιοι εννοούν και δεν ωρίμασα…αλλά το πόσο γουστάρω την ανωριμοτητα μου δε λέγεται.Όχι δε θα σε ζαλίσω άλλο πάω να βασανίσω το πικ απ μου.
    Καλό Βράδυ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s