33⅓ Περιστροφές στην Αθωότητα

Πολυφορεμένο το κυκλικό σχήμα ως ένα απ’ τα τερτίπια δόμησης της λογοτεχνικής αφήγησης, περιλάλητες κι οι θεωρίες κυκλικότητας όσον αφορά τη ροή της ζωής και τις déjà vu αυταπάτες. Το κενό, ένα μηδενικό τρόπον τινά κυκλικό που είθισται να ομφαλοσκοπεί στην ίδια του τη φύση, είτε ως παρατεταμένη ανάπαυλα είτε ως αδυναμία εξέλιξης, έφτασε να απεικονιστεί και αριθμητικώς ως εποχή. Η γενιά των zeros, όσοι δηλαδή σήμερα βρίσκονται λίγο πολύ κοντά στους 22 Μάηδες, ανάμεσα σε όλα όσα την χαρακτηρίζουν, απαντά και στην απουσία μιας συνειδητής συλλογικότητας. Όσον αφορά δε τη μουσική, κανείς δε θα διαφωνήσει πως στα πλαίσια ενός γενικότερου ελλείμματος μουσικού ενδιαφέροντος, είναι σχεδόν ιδιοτροπία να πληρώνει κάποιος για να την αποκτήσει. Στους καιρούς λοιπόν που ο ακτιβισμός του τσάμπα δικαιολογείται υπό κάθε συνθήκη και οι ψηφιακές «κατεβασιές» δίνουν και παίρνουν, η καμπυλότητα των πραγμάτων δείχνει πως στο βάθος του ορίζοντα, και προς το παρόν μίλια μακριά, κάποιοι επιστρέφουν σε μια πιο προσωπική σχέση με τα ηχητικά σύμπαντα που φυλάσσονται σε αυτά τα μαύρα κυκλικά αντικείμενα. Επειδή όμως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την τσαπατσούλικη διεκπεραίωση του πατήματος ενός κουμπιού, μια στιγμή να τουμπάρω το δίσκο στο πλατό…

Όνειρα Από Βινύλιο

Ψάχνω ανάμεσα σε παλιοκαιρισμένες ράχες για να βρω αυτόν που ζητώ. Τον τραβάω απ’ την ντάνα του, χαζεύω για λίγο το «δαχτυλίδι» στο εξώφυλλο και νιώθω κάπως αλαφροΐσκιωτα υπερήφανος για τον κωδικό του. Πιάνω το βουρτσάκι με ερωτική ευλάβεια και καθαρίζω τα αυλάκια για να φρεσκάρω τις δονήσεις που θα μετατραπούν σε ηλεκτρικό σήμα. Ρίχνω τη βελόνα, νιώθοντας μια μικρή ανατριχίλα μιας κι υπ’ ευθύνη μου θα αρχίσει η ετικέτα να γυρίζει δεξιόστροφα. Εκείνη τη στιγμή, μικροί ή μεγαλύτεροι φανταστικοί προβολείς κοιτούν προς το πικάπ, κι ένα απλό πλαστικό τροφοδοτεί το ζωτικό πάθος που με τον καιρό μετουσιώνεται ως ταυτότητα, ως εγγενές στοιχείο της ίδιας μου της ύπαρξης. Όλα αυτά τα συναισθήματα είναι σχετικά κοινά σε όλους τους Ρομπ Γκόρντον αυτού του κόσμου, είναι οι στιγμές που ταυτίζουν γενιές και κόσμους συνειδησιακά αδελφικούς, είναι καθετί που πηγάζοντας από ένα εύκαμπτο δωδεκάιντσο γίνεται έναυσμα, αναφορά και υλικό της προσωπικής μας μυθοπλασίας. Ένα υλικό ονείρων που πάνε πια δεκαετίες απ’ την ρηξικέλευθη εφεύρεσή του.

Ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘30, η RCA Victor αντικαθιστώντας με βινύλιο το λεγόμενο shellac, ένα υλικό που λαμβάνεται από την έκκριση ενός νοτιοανατολικού ασιατικού σκαθαριού σε συνδυασμό με μια ένωση βαμβακιού, κονιοποιημένη πλάκα και μια μικρή ποσότητα λιπαντικού κεριών, πέταξε στην αγορά τα πρώτα 12” που έτρεχαν στις 33⅓ στροφές. Οι καιροί δεν είχαν ακόμη ωριμάσει κι έτσι βρέθηκε αντιμέτωπη με την αποτυχία μιας κι οι εξοπλισμοί αναπαραγωγής ήχου δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστοι ούτε και προσιτοί για το ευρύ κοινό. Θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1949 για την δική της καινοτόμο στιγμή που θα ήταν τα 7ιντσα 45αρια, τα καταφύγια κάθε pop επιτυχίας για τα επόμενα χρόνια. Ένα χρόνο νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1948, η ομάδα της Columbia με ιθύνοντα νου τον Peter Carl Goldmark, ύστερα από αρκετές ασκήσεις βελτιώσεων, τη χρονική παράταση στα 23 περίπου λεπτά ανά πλευρά και ένα κόστος εργασιών της τάξεως των 250,000 δολαρίων, παρουσίασε σε μια ενθουσιώδη συνέντευξη τύπου στο Waldorf-Astoria Hotel της Νέας Υόρκης, τους πρώτους δίσκους βινυλίου.

Από τότε έχουν μεσολαβήσει κάμποσα χρόνια και πολλές κομβικές αλλαγές στην ιστορία του. Τα γραμμάρια αυξήθηκαν, το ανακυκλωμένο πλαστικό πάχυνε και λέπτυνε, η ακουστική πιστότητα τελειοποιήθηκε, το PVC μαύρισε από άνθρακα κι ήρθαν και τα χρώματα κι οι εικόνες στην επιφάνειά του. Πούλησε εκατομμύρια, μπήκε σε κούτες, εταιρίες ταυτίστηκαν με τη σκονισμένη μυρωδιά του, ταξίδεψε με στερεοφωνικά και μονοφωνικά καράβια αλλά προπάντων αποτύπωσε ελαφρότητες και αριστουργήματα, συνυφασμένο με αυτόν που μέχρι και την προηγούμενη γενιά γνώριζαν ως βασικό πρόξενο μουσικού πολιτισμού της ανθρωπότητας. Και λέω μέχρι την περασμένη γενιά, μιας κι όταν τον Οκτώβρη του 1982, λίγο πριν κατακλύσει και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεπρόβαλλε στην Ιαπωνία ένα υπεργαλαξιακό σουβέρ ονόματι cd, σήμανε η στιγμή που θα στιγμάτιζε τους επόμενους χρόνους. Έπειτα, απ’ το 1985 που ανήκε στους Dire Straits και τις ενός εκατομμυρίου πωλήσεις του “Brothers In Arms”, ήταν δεδομένο πως το κόστος παραγωγής του lp ήταν πια μεγάλο. Ο κόσμος έπρεπε να συμφιλιωθεί με το γεγονός πως ένα format που ποτέ δεν ξεπεράστηκε απ’ το κοινό του, επιλέχθηκε να καταργηθεί απ’ τις ίδιες τις εταιρίες. Τι κι αν τα αυτιά άκουγαν, και σας βεβαιώ ακόμη ακούν, αναλογικά, η ψηφιακή συμπίεση είτο το νέο μονόδρομο κοσκινάκι.

Σύγχρονοι Εκσκαφείς Μιας Παλιάς Γοητείας

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα της IKEA αποστείρωσης, των lcd οθονών, της καθημερινότητας που μετριέται σε 1 και 0. Σ’ έναν καιρό όπου μαστίζεται από μια καθολική υποχώρηση στην αντιμετώπιση της μουσικής ως τέχνη, η επίμονη επιλογή των δίσκων βινυλίου ενέχει έναν ιδεολογικό πυρήνα ως πράξη.

Και για να μην παρεξηγηθώ για ελιτίστικες τάσεις, εξηγούμαι. Κάθε βινυλιοφάγος, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχει τα ίδια κουσούρια και τις ίδιες ακατανόητες εμμονές κατά τη διάρκεια μιας ακρόασης σαν κι αυτή που σας περιέγραψα νωρίτερα. Έχει παρόμοια, σχεδόν μηχανιστική, συμπεριφορά ως εξερευνητής-αγοραστής, όταν βρίσκεται σ’ ένα δισκοπωλείο. Εκεί που οι κόρες των ματιών του θα διασταλούν όσο δεν πάει όταν εντοπίσει έναν προαιώνιο θησαυρό, εκεί που το προσωπικό του σύμπαν θα καταρρεύσει συθέμελα άμα τη αφίξει μιας φρέσκιας επανέκδοσης. Κι όταν έντρομος συνειδητοποιήσει πως η τσέπη του αποδεικνύεται κατώτερη του αντίτιμου, θα καταχωνιάσει στα κρυφά το αντικείμενο του πόθου, πίσω-πίσω στο ράφι, σε άλλο είδος και σε μπερδεμένη σειρά, για να μην το προλάβει κάποιος άλλος, έως ότου να επιστρέψει. Ακόμη κι αν αποδειχθεί εκ νέου, πως αυτή η κίνηση έχει πια επαναληφθεί τόσες φορές. Μια αναβολή ως πρόσχημα για επιστροφή στην αθωότητα, όμοια με το αμήχανο φλερτάρισμα των εφηβικών χρόνων, συνυφασμένη απόλυτα με τα σαράκια που περιδιαβαίνουν τον ανδρικό, και κάποιες λιγότερες τον γυναικείο, ψυχισμό και σχετίζονται με τα τραγούδια που διαβάζει η βελόνα στα αυλάκια.

Η διαφορά ενός φέρελπι νεοεισερχόμενου στο σπορ, την εποχή του myspace, του last fm και λοιπών mp3 αχθοφόρων, έγκειται στο εξής. Το βινύλιο ισούται με απολύτως συνειδητή επιλογή, άπαξ βέβαια κι αποτελεί συνήθεια κι όχι τουριστική ανάπαυλα μεσούσης μπόλικων κατεβασιών και της αγοράς τεσσάρων cd ανά σχολική χρονιά. Όσων προγενέστερων οι ζωές ακολούθησαν την βινυλιακή παραφροσύνη, συνέβη μιας κι ενασχόληση τους με τη μουσική συγχρονίστηκε με τον δίσκο ως επικρατέστερο φορέα μουσικής, ως εν ολίγοις το μοναδικό υπάρχον προϊόν αποτύπωσης ηχητικών έργων. Τα πράγματα σήμερα, κυλούν αλλιώς. Ένας πιτσιρικάς εκκινά από ένα είδος φαντασιακού μιμητισμού, χάρη σε ένα βιβλίο, ένα φιλμ, ένα μεγαλύτερο μέντορα-φίλο που τον ξεστραβώνει κι έτσι η έννοια δίσκος γίνεται λέξη γνωστή. Στα πρώτα μπουσουλήματα, είναι γεγονός πως τα κορίτσια δε μένουν ασυγκίνητα από τη γοητεία ενός κάπως περιέργου τύπου που στην τσάντα του φυλά ‘80s δισκάκια. Στην πορεία προκύπτει ένα είδος πρώιμης κοινωνικής διαφοροποίησης που είναι κυρίως εμφανής μεταξύ ακραίων περιπτώσεων, όσων όταν ακούν τον όρο «δίσκος» περιορίζονται στην αναφορά των επίπεδων επιφανειών που χρησιμεύουν για το σερβίρισμα, και των συνηθέστερων που με την ελευθεριάζουσα διαλεκτική του «δεν έχει σημασία το υλικό. Η μουσική είναι ελεύθερη και τσάμπα για όλους» δεν πολυσκοτίζονται με τέτοιου είδους υλιστικές συμπεριφορές. Τα πράγματα μετά σοβαρεύουν για όσους παύουν, χάριν της νεορετρό και μποέμικης μοδός, να είναι όψιμοι diggers κι ετερόφωτες ρέπλικες του Cameron Crowe, όπως αυτός απέδιδε τον εαυτό του στο φιλμ “Almost Famous”. Στο εγγύς μέλλον, θα ομοιάζουν περισσότερο με τον Seymour, εκείνον τον τύπο που υποδύονταν ο Steve Buscemi στο φιλμ “Ghost World”, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο για τις προσωπικές του ανασφάλειες και τους απροσμέτρητους φόβους του στα jazz και στα blues δισκάκια

Προκύπτει μια ασυναίσθητη διακύμανση μεταξύ mint και vg+ στον από εδώ και πέρα βίο. Οι δίσκοι αρχίζουν να επιβεβαιώνουν ότι κάποια πράγματα οφείλεται να αγοράζονται, απεικονίζουν στη θέα του εξωφύλλού τους την ολότητα μιας καλλιτεχνικής κατάθεσης κι αποτυπώνουν το σκεπτικό πως αποτελούν ένα συνολικό έργο τέχνης. Η ψηφιακή καθίζηση ελαχιστοποιεί τους κατανοούντες και τους συνομήλικους ομοϊδεάτες, κάτι που δεν έχει καμία σημασία όταν ο ζεστός ήχος που βγαίνει απ’ τα ηχεία γίνεται λημέρι διαφυγής, μοναδικό απάγκιο, μελλοντικό φρούριο.

Συγκυρία Αναβίωσης ή Οριστική Διάσωση απ’ τη Λήθη?

Τον Ιούνιο που μας πέρασε, το περιοδικό Rolling Stone δημοσίευσε ένα κείμενο που ξεκινούσε με την επίσκεψη ενός δεκαεννιάχρονου σε ένα δισκάδικο. Αφορμή το γεγονός πως οι πωλήσεις του βινυλίου για το 2007 αυξήθηκαν σε σχέση με το περασμένο έτος, ενώ αναμένεται να διπλασιαστούν τη χρονιά που διανύουμε σε σχέση με το 2006 αν αναλογιστεί κανείς πως στο πρώτο μισό της η αύξηση έχει φτάσει στο 77 %. Το ίδιο ισχύει, βάση επίσημων στοιχείων, και για τις πωλήσεις των πικάπ, τη στιγμή που οι ίδιοι οι άνθρωποι που επιμένουν στη βινυλιακή βιομηχανία, βλέπουν τις τιμές του πετρελαίου να ανεβαίνουν στα ύψη, κάτι που επιβαρύνει και το κόστος παραγωγής των δίσκων αλλά και τη διανομή τους ανά τον κόσμο. Είναι κοινά παραδεκτό, πως το βινύλιο κοστίζει για τις εταιρίες, απαιτεί χωροταξική άνεση και γενικά, σύμφωνα με τετριμμένα κριτήρια, είναι ασύμφορο για τη σημερινή συγκεχυμένη υπεραπλούστευση των πάντων. Μολονότι η στυλιζαρισμένη φύση των ηχογραφήσεων που υπαγορεύει υψηλή ένταση και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμπίεση κι αφαίρεση περιττών συχνοτήτων, δε διαφοροποιεί ηχητικώς το αποτέλεσμα ανεξαρτήτως format, οι βινυλιακές κυκλοφορίες σε μεγάλα ή μικρά labels πληθαίνουν, ορφανές, gatefold ή με εσώκλειστα cd και κουπονο-mp3 δολώματα. Έστω και σαν φετιχιστικές αυταπάτες, σα μια πλασματική νοσταλγία μιας αλλοτινής εποχής. Όπως και να έχει, πολλοί είναι αυτοί που ήδη οικτίρουν μια καταραμένη μετακόμιση που κρίθηκε σημαντικότερη από τη συλλογή μπόλικων ρυτιδιασμένων εξωφύλλων.

Ως φαίνεται, 60 χρόνια μετά τον πρώτο δίσκο που είδε το φως του κόσμου, επικρατεί μια κυκλική νομοτέλεια σε όσους ταξινομούν τη ζωή τους σε συλλεκτικά ξεσκαρταρίσματα που λάμπουν από κόπο, προσπάθεια και ψάξιμο. Κανονικοί άνθρωποι που ανοίγουν τα μάτια κάποιο πρωί, ανικανοποίητοι κι ευτυχισμένοι ανάμεσα σ’ ένα σκασμό από δίσκους, αναλογιζόμενοι τις μπόλικες λύπες και τις κάποιες θριαμβευτικές χαρές, παραβλέποντας γρατζουνιές και στατικό ηλεκτρισμό. Μαχόμενοι πιστά την ενηλικίωση, αυτοί που μέσα σε κιτρινισμένα εσώφυλλα φυλάνε τα θεμέλια της ζωής τους.

(Δημοσιεύτηκε για λογαριασμό του πρώτου τεύχος επανασύστασης του Ποπ και Ροκ. Τεύχ. 337, Δεκέμβιος 2008)

Advertisements

One response to “33⅓ Περιστροφές στην Αθωότητα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s