The Builders and the Butchers…Where the roots all grow (self release)

Οι ρίζες είναι βαθιές, ο ιδρώτας βρωμάει χαράματα δίπλα από μια λάμπα, το ουίσκι είναι καθάριο, ο άνεμος έρχεται να πάρει την αγάπη μου μακριά σε μια ακόμα πιο άγρια νύχτα, ο κόκορας στο πιστόλι ανεβασμένος μέχρι να βγει ο ήλιος, το τραπέζι με μποτίλιες αδειανές, το χέρι ματωμένο στην τσέπη, κι εγώ έρχομαι από κάπου πουθενά φέρνοντας την βροχή παίρνοντας τούτα τα διαόλια μακριά μπας και σταματήσεις ν’ ανησυχείς για μια μοίρα που πάντα γυρνάει στο μαύρο.

Πέρσι, ναι είναι πια πέρσι, δυο αδικοχαμένα album πέρασαν στην λήθη έτσι για να σαχλαμαρίσουν άλλα πιο «πρωτοπόρα», πιο «σύγχρονα» και πιο «φρέσκα» στη μούχλα που θα τα παραδώσει κάποτε ο χρόνος. Τι να το κάνεις όμως, βλέπεις όλοι πια πλακώνονται στο ξύλο μέσα από υπολογιστές και η feelgood τέχνη έχει γίνει μια χαζοβιόλα πλατεία όπου όλοι περνάνε καλά. Διότι «μάγκα μου», που έλεγε κι ο μεγάλος Λεμπόβσκι, το παν είναι να περνάς καλά, να χορεύεις τον κώλο σου σε μπαρ της ανίας μετά της δώδεκα τη νύχτα, να κοιμάσαι τα μεσημέρια και να χαζογελάς σε κάθε μαλακία που λέει ο διπλανός σου. Κάποτε στην άγρια δύση τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβαινε. Όλοι ‘πίναν απ’ το πρωί, γαμούσαν όταν οι «άλλοι» έβγαιναν «εκτός», και πλακώνονταν στο χώμα που είχε μπόλικη νεκρίλα για να φάει. Είμαι όμως πάλι εκτός θέματος και πάλι λέω για να πώ.

Οι ρίζες είναι βαθιές, η νύχτα έχει από μόνη της τροφίμους να χωνέψει που λέει κι ένας ποιητής, η βροχή πέφτει απειλητικά που θα έγραφε κι ελπιδοφόρος νέος συγγραφέας και οι Builders and the Butchers αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν μόνοι τους ένα live άλμπουμ στην αρχή της φετινής χρονιάς έχοντας αφήσει πίσω τους το περσινό Salvation is a deep dark well γεμίζοντας κι αδειάζοντας ποτήρια με τις κακότυχες ιστορίες τους. Αντιγράφω τον φίλο μου Saunterer και παραθέτω το εισαγωγικό τους για την κριτική που είχε γράψει για το περασμένο τους άλμπουμ: «Μετακόμισαν από την Αλάσκα στο Πόρτλαντ του Όρεγκον για ν’ αφήσουν πίσω τους την παγωνιά και το ατελείωτο σκοτάδι, και αντί οι punk καταβολές τους να βρουν πρόσφορο έδαφος στα πάλαι ποτέ χωράφια του Αι Γρηγόρη, (όχι και ποιού Γρηγόρη, ένας είναι ο μέγιστος των μεγίστων Greg o Φασκόμηλος που λέγανε παλιά και στο Rollin under) τι έλεγα όμως? Α ναι! Εκεί στο έδαφος του Πόρτλαντ λοιπόν ανακάλυψαν τις νότιες ρίζες τους!!!  Και όταν λέμε νότο αυτόν τον βαθύ, πολύ βαθύ, με τα αποστακτήρια του ουίσκι καλά κρυμμένα στο σκοτεινό δάσος (πιο σκοτεινό κι απ αυτό που μέσα του απολάμβανε να σουλατσάρει ο Thoreau) μαζί με τους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες, τον θεό βλοσυρό και εκδικητή ακόμη και όταν ακούει τα gospel η τους ψαλμούς από την εκκλησία, και οι ιστορίες του εμφυλίου επίκαιρες λες και αναφέρονται στην προηγούμενη γενιά». (την συνέχεια διαβάστε την εδώ).

Οι ρίζες είναι βαθιές, πολύ βαθιές και η σωτηρία έρχεται μέσα από μια βαθιά σκοτεινή καλοσύνη. Οι Builders and the Butchers σε τούτο το live ξεκινούν ένα πανηγύρι μέσα από κακά μαντάτα. Τους φαντάζεσαι σε χρόνια μακρινά κι αντρίκια να ανεβαίνουν στο μεθυσμένο πάλκο ενός σαλούν, κανένας να μην τους δίνει σημασία στα πρώτα λεπτά γιατί όλοι έχουν έρθει για ξεφάντωμα και λίγο πιο μετά όλοι αγκαζέ και μ’ ένα πάντοτε πιοτί στο χέρι χορεύουν σαν λαμπεροί μεθυσμένοι ηλίθιοι που δεν τους νοιάζει τίποτε μα τίποτε άλλο εκτός απ’ το να ξεφύγουν απ’ την ανία και τα δεδομένα της ζωής. Έχουν χεσμένα τα δεδομένα και κάθε feelgood αρπαχτή που ξεθυμαίνει την ψεμματιά τους, στριφογυρνάνε γύρω από τον εαυτό τους μέχρι να πέσουν κάτω, λυμαίνουν το τώρα με μια πανάρχαια τρομπέτα, αφήνουν τον τρελό να κάνει το κομμάτι του στη μέση του χορού, τον δολοφόνο ν’ αρπάξει την πόρνη απ’ τη μέση κ’ ύστερα να τον δείρουν καθώς το καβλί του δεν κάθεται ήσυχο, βουτάνε τον μπάρμαν απ’ το γιακά και του προστάζουν να κεράσει όλο το μαγαζί, φτύνουν καπνό στην μούρη του φίλου τους καθώς λένε κάτι σημαντικό, γερνάνε και πιάνουν ακόμα τ’ αχαμνά τους. Αν μπορείς να φανταστείς μουσική σε όλα αυτά τότε έχεις ξεσκίσει ότι ταινία western υπάρχει, αν δεν μπορείς συνέχισε να χορεύεις μετά τις δώδεκα σε μπαρ της κατήφειας που τίποτα δεν οδηγεί στο μαύρο, ο αέρας δεν έρχεται για να πάρει την αγάπη σου κι έχεις τον κώλο σου αμολημένο μπας και γαργαληθούν οι μεσημεριάτικοι ύπνοι σου.

Οι Builders and the Butchers πέρσι κυκλοφόρησαν έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, οι δεύτεροι που δεν ανέφερα ήταν οι Mumlers με το Don’t throw me away, (χρωστάω ένα κείμενο), η μουσική που παίζουν και οι δύο είναι πια μια ξεπερασμένη κουράδα για σένα που βάλθηκες να κατεβάσεις σαρανταεφτάεκατομύρια καινούργια συγκροτήματα που κανείς δεν τους ξέρει παρά μονάχα εσύ dude μου ψαγμένε και παίζουν το καινούργιο dubstep κινητήριο μουσικό οικοδόμημα με μπαρουτοκαπνισμένες δόσεις από ελεκτρόνικα νόιζι βάσεις ήχους του μέλλοντος της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ και αφουγκράζεται όλη την τέχνη μυριάδες χρόνια μπροστά και βάλε και πέντε αστέρια –  όχι μεταξά –  αλλά αξίας σε έναν τύπο που τα σαμπλζ του είναι πολύ ψαγμένα και ο καλύτερος δίσκος της τελευταίας πεντηκονταετίας έρχεται από ένα παιδί είκοσι κάμποσο χρονών μονάχα που μεγάλωσε σε βιομηχανική περιοχή και τα σκατά…τα τα τα τα τα ταταταταατα …..και πάει λέγοντας και τατατατατατα…..και η συνέχεια αλλού…γιατί τώρα ξαναβάζω το When it Rains των Builders and the Butchers τελευταίο κομμάτι τους στο live και παίρνει το κεφάλι μου ανάποδες σε έναν μουσικό κόσμο που ευτυχώς τούτο το ιστολόγιο δεν κωλοκάθεται και δεν προστάζει…

….ώρα να φτύσω καπνό, να ξεράσω το ουίσκι, να χτίσω ένα σπίτι, να κόψω ένα κομμάτι κρέας, να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή.

The Builders and the Butchers site

The Builders and the Butchers myspace

by Arturo Bandini

Advertisements

2 responses to “The Builders and the Butchers…Where the roots all grow (self release)

  1. Πράγματι, ο καθένας καλιεργώντας το σπανάκι της αρεσκείας του στον κήπο του σπιτιού του ονειρεύεται τον εαυτό του να είναι ο Ποπάυ, καθώς για να το πουλήσει στη λαϊκή της γειτονιάς του επιδεικνύει τα μπράτσα του για να αποδείξει τα πλεονεκτήματα των δικών του διατροφικών επιλογών. Το σπανάκι κάνει καλό, ο Ποπάυ έχει την ιστορία του, αλλά η γειτονιά γειτονιά, ε; Δεν πειράζει εμείς ας είμαστε οι καλύτεροι του χωριού, γιατί μπορούμε να φανταστούμε το χωριό ως κόσμο!
    Το τείχος του Βερολίνου δεν έπεσε αφού δεν το ρίξαμε εμείς!

  2. Kαι ο Σαλταμπάσης είναι ψηλός…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s