Black Rebel Motorcycle Club «Beat The Devil’s Tattoo»

Το πρώτο πραγματικό χαμόγελο έρχεται μονάχα όταν ο πάτος είναι , πλέον , απόλυτος. Κοιτάς ψηλά , την κορυφή του παγόβουνου που γκρεμοτσακίστηκες και νιώθεις τη γαλήνη , την ηρεμία της στεριάς. Κάποια στιγμή ο φαύλος κύκλος σπάει , κάποια στιγμή η μπουκιά που έχει κολλήσει στο λαιμό φτύνεται στο πάτωμα και παίρνεις τη γλυκιά ανάσα που πάλευες τόσην ώρα. Είναι σχεδόν νομοτελειακό. Όσο μεγαλύτερη πίκρα ένιωσες , άλλη τόση χαρά σε περιμένει στην επιστροφή.

Η βαλίτσα πήγε πολύ μακριά τόσα χρόνια. Σαβούρα , σκουπίδια και ξανά σαβούρα. Καμμία πυξίδα , πειραματισμός για τον πειραματισμό , χωρίς βάσεις , χωρίς στεγανά. Και το μεγάλο ερώτημα ήταν και παραμένει το εξής : Πώς θα καταλάβεις πού και πώς θα φτάσεις κάπου αν δεν πάρεις μυρωδιά πού και πώς βρέθηκες εδω?

Και ξαφνικά , οι Black Rebel Motorcycle Club έρχονται να μιλήσουν για όλα όσα θεωρούνταν κλισέ στα 00’s. Έρχονται και ξανακάνουν cool ό,τι τα ανδρείκελα μανατζέρια της μουσικής βιομηχανίας δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβουν , μαζί με τα τσιράκια τους , τους μοδάτους νεοhipsters καταναλωτές , ερασιτέχνες πότες που γεμίζουν τα κιτς στέκια του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Συναισθήματα , αγάπη , ψυχή , αξίες. Μαύρες ρίζες. Γαμ…νο Rock n’ roll , απλά , το rock n’ roll που μιλούσε για πίστη στην αλητεία.

Το Beat The devil’s Tattoo είναι μια απειλή που γίνεται πραγματικότητα. Μια απειλή που ξεκίνησε να πλανάται δεξιά αριστερά από το 2001 μέχρι φέτος. Και έγινε πράξη , δίχως έλεος. Ήταν κακή εποχή το 2001. Μια δεκαετία μουσικής μπουρδολογίας μόλις άρχιζε. Οι BRMC xρειάστηκαν σχεδόν δέκα χρόνια για να αποδείξουν ότι δεν έκαναν πλάκα. Και εδώ έρχεται το παλιό καλό ρητό να επισφραγίσει την επιστροφή τους : Ο καλός δε χάνεται.

Από πού να πρωτοξεκινήσει κανείς να μιλήσει για αυτόν το δίσκο? Από το πρώτο , κιόλας , κομμάτι οι προθέσεις γίνονται φανερές. Πιάσε πάτο , σου λένε. Τελείωνε με τα παραμύθια και ξεκίνα να ζεις. Αποδέξου επιτέλους αυτούς τους δαίμονες , μια ζωή σου έλεγαν ψέμματα , υπάρχουν τελικά , είναι μέρος σου , άρχιζε να πολεμάς για την αγάπη , δε θα έρθει ποτέ ουρανοκατέβατη. Και όλα αυτά σε ένα κλίμα μπλουζογκοσπελοειδούς παράλυσης με τα φωνητικά να υμνούν την πύρρειο νίκη της πικρής συνειδητοποίησης , να συμβιβάζονται από τη μία , μα και να καλούν για πόλεμο από την άλλη.

Concience Κiller : “Never gonna let you get close to mine , … Never been nothing but a cheater , I’m a son of the night , Give a little room and I’ll spit in your eye”. Γκόσπελ και βρώμικες κιθάρες , τα ντραμς να κοντεύουν να εκραγούν από τη γκρίνια , κωλοδάχτυλα και χλέπες στην υποκρισία της καθημερινότητας. Bad Blood : “I could see it in your eyes and now it’s gone ,With bad blood and feelings.” Ένας ροκ ύμνος στην παραίτηση , στις πόρτες που επιλέγουμε να ανοίξουμε με οποιοδήποτε κόστος , χωρίς επιστροφή. Σα να μιλάει για κάποιον που ξέρεις , σα να γράφτηκε για σένα που το έβαλες κάτω. Από το βρώμικα παραμορφωμένο War Machine , με τα φωνητικά να θυμίζουν έναν έφηβο Richard Ashcroft , στο Evol : “I never dreamed it’d be , You make me feel so free , It sure feels like love again , I wanna feel love again.”. Ποιος τολμά να ζητά την αγάπη τόσο απλά σήμερα και ταυτόχρονα να μη φαίνεται γραφικός?

Από φολκ μπαλάντες με φυσαρμόνικα (Sweet Feeling , The Toll) , βρεττανικά 60’s πιάνα στο σχεδόν μπιτλικό μπαλαντοειδές Long Way Down , τέρμα τα γκάζια στο Mama Taught Me Better , boogie indie-blues ριφιές (!!!!) στο River Styx , στην παλιά καλή BRMC συνταγή Shadow Keeper με τα βρωμοriffs της κιθάρας που σου κολλάει στο αυτί και θες ξανά και ξανά. Χώρια το κλείσιμο του δίσκου με το δεκάλεπτο αργόσυρτο Half-State , δίνοντας τροφή για ένα μάτσο ψυχεδελικά live , με την εξομολόγηση τα τελευταία τρία λεπτά “Waiting for a sign of passion I’m gonna catch them Gonna catch them Never let go”.

Και ,ποια είναι αυτή η Aya? “Sweet Aya bring it on ,I wanna kiss you till they’re gone.” Ίσως το ωραιότερο ρεφραίν της χρονιάς. Επιτέλους , ένα κομμάτι ύμνος για το αιώνιο κηνύγι του αρσενικού με το θηλυκό , απλά και άμεσα. Πού βρισκόταν καταχωνιασμένη αυτή η κομματάρα τόσα χρόνια?


Εν ολίγοις , το Beat The Devil’s Tattoo είναι ένα αμάγαλμα από σύγχρονα blues , gospel , βρωμο-indie και James Dean αλητεία. Μια αναγκαστική επιστροφή στις ρίζες για μια εκ νέου εκτίμηση της κατάστασης. Είναι θυμωμένο και τίγκα στην οργή , στην ανάγκη για αγνά συναισθήματα και γεμάτο αλήθειες τόσο απογυμνωμένες που πονάνε , σε μιαν εποχή που όλοι τρέχουν να φύγουν μακριά από τον πόνο και ό,τι είναι δύσκολο , γερνώντας μέρα με τη μέρα. Είναι μια ειλικρινής κραυγή για επιστροφή στην εφηβεία , πλήρως συνειδητοποιημένη , βίαια βγαλμένη από τις καθημερινές μας ήττες..

Αυτοί είναι οι BRMC στο 2010 : O Noel Gallagher με το Richard Ashcroft πνιγμένοι σε μια θάλασσα ουϊσκιού ακούγοντας Robert Johnson σε ένα μπαρ στο Τέξας με την Κου Κλουξ Κλαν να τους περιμένει απέξω. . Ο άσωτος γιος ο οποίος , επιτέλους , επιστρέφει στο πατρικό του με δυο γεμάτα εξάσφαιρα στα χέρια. “Everything’s taken its toll”.

http://www.blackrebelmotorcycleclub.com/

http://www.myspace.com/blackrebelmotorcycleclub

Advertisements

One response to “Black Rebel Motorcycle Club «Beat The Devil’s Tattoo»

  1. Παράθεμα: Ο Arturo Bandini και η εμμονή του με τον θάνατο…20 αγάπημένα album για τη χρονιά που μετακόμισε… « Back To Mono

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s