O.S.T. “Sweet Love, Bitter” (Impulse! Mono, A-9142)

Διαβάζοντας, μαθαίνεις τι πιστεύουν πως μπορεί να σ’ ενδιαφέρει. Κάπως έτσι προκύπτει πως η έγνοια των σύγχρονων μουσικών κειμένων αναφέρεται περισσότερο σ’ έναν κομπιουτερά παραγωγό παρά σε έναν μουσικό, σ’ έναν νεόκοπο συλλέκτη samples παρά στο λαρύγγι, σ’ έναν πολυπράγμονα dj παρά σε μια μπάντα με τραγούδια των 3 λεπτών. Την ίδια στιγμή εκείνος που αξιολογεί πως όλα αυτά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον θαρρεί πως απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν να διαβάζουν, ενώ λησμονεί πως ο ίδιος δεν ξέρει να γράφει, διατείνεται πως σημασία έχει πια ο αναγνώστης (αυτός που δεν ξέρει να διαβάζει ντε) και όχι το παραδοσιακό έντυπο, βολεύεται με 4 αράδες αν και στηλιτεύει το lifestyle, και επί της ουσίας απέχει από κάθε είδους τίμημα μιας και αρέσκεται να νανουρίζεται στο τσάμπα όταν ακόμη κι αυτό ταυτίζεται πλέον με τα επιχειρηματικά μοντέλα στα επικοινωνιακά κιτάπια διαφόρων οργανισμών.

Ο Nat Hentoff αρθρογραφούσε και αρθρογραφεί σε έντυπα όπως τα Down Beat, The Village Voice, JazzTimes, Legal Times, The Washington Post, The Washington Times, The Progressive, Editor & Publisher and Free Inquiry και The New Yorker. Παρότι ο πρόσφατος βίος του μαρτυρά πως στα πολιτικά του κιτάπια αμφιταλαντεύτηκε μεταξύ δημοκρατικών και ρεπουμπλικάνων (υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου, ενάντιος στη θανατική ποινή, υπέρμαχος της εισβολής στο Ιράκ αλλά και πολέμιος του Μπους), μιας και όσο περνούν τα χρόνια, ιδιαίτερα απ’ τη δεκαετία του ’80 κι έπειτα, οι φιλελεύθερες ιδέες του μπορούσαν να ακροβατούν ανάμεσα στη μάχη κατά των πρακτικών της CIA και των βασανιστηρίων των φυλακισμένων και στη μάχη κατά των αμβλώσεων. Όπως και να έχει ένας αδιαμφισβήτητα κριτικός νους που δε βολεύτηκε με ευκολίες και επιδερμικές κρίσεις, με πρώτη και παντοτινή αγάπη του την jazz. Άλλωστε αν και 85 χρονών πια, θυμάται πως πριν ακόμη φτάσει στα 19 να παίρνει συμβουλές απ’ τον Duke Ellington, όλα είχαν ξεκινήσει όταν 11 χρονών σ’ ένα δρόμο της Βοστόνης, άκουσε το “Nightmare” του Artie Shaw.

Με τον Hentoff μπορείς να συμφωνήσεις σε πολλά και να διαφωνήσεις σε άλλα τόσα, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά, ανιχνεύοντας σκοπιμότητες και ξεκάθαρες απόψεις. Θα ξεκινούσα διαφωνόντας μαζί του αναφορικά με μια προτροπή που αν μη τι άλλο δεν κρύβει κάποιο δόλο, το αντίθετο μάλιστα. Στο σημείωμά του στο εσωτερικό του lp “Sweet Love, Bitter”, το soundtrack που ηχογράφησε ο Mal Waldron στην Impulse! για λογαριασμό της ομότιτλης ταινίας, καταλήγει πως η μουσική του θα λειτουργούσε προτρεπτικά για τη θέαση του φιλμ, εξομοιώνοντας τρόπον τινά την αξία τους.

Το φιλμ βγήκε στις αίθουσε στις 30 Ιανουαρίου του 1967, σε παραγωγή Lewis Jacobs και σε σκηνοθεσία του ζωγράφου και σκηνοθέτη Herbert Danska. Βασισμένο στη νουβέλα “Night Song” του John Williams, φωτογραφίζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του Charlie Parker αλλά με κύριο χαρακτήρα τον Richard “Eagle” Stokes τον οποίο υποδύθηκε ο Dick Gregory, ένας απ’ τους πρώτους κωμικούς, σατυρικούς performer, ένας μαύρος ακτιβιστής που εδώ και δύο εβδομάδες κάνει απεργία πείνας προσπαθώντας να δείξει πως δεν έχει ακόμη πιστεί απ’ τις ανακοινώσεις της ηγεσίας των Η.Π.Α. για την 11/9. Ο σαπουνοπεράτος Don Murray υποδύθηκε έναν αλκοολικό καθηγητή που τακιμιάζει με τον σαξοφωνίστα και ο Robert Hooks έναν νεαρό μπάρμαν που φροντίζει να τους ξελασπώνει που βιώνει ταυτόχρονα μια δυσλειτουργική σχέση με τη λευκή Diane Varsi. Παρακμιακό, ασπρόμαυρο, σχηματικό, ένα φιλμ που εκτιμήθηκε περισσότερο τουλάχιστον μεταξύ των jazz fans για το ότι για χρόνια παρέμενε στα αζήτητα παρά για την όποια κινηματογραφική του αξία. Κάπου εδώ όμως προκύπτει ο Mal Waldron και ου συμφωνίες με τον Hentoff.

Νυχτερινό θέμα, ψίχουλα για το στομάχι, ποτό και λήθη για τον νου, αργόσυρτες διαθέσεις και ατμόσφαιρες που βολεύονται σε κάποιο ζεστό μπαρ τους χειμώνες, με την αντιληπτική ευαισθησία του Waldron στο πιάνο, την παρηγοριά απ’ τα σαξόφωνα των George Coleman στο άλτο και Charles Davis στο τενόρο, τις ακολουθίες προς το θάνατο από υπερβολική δόση απ’ την τρομπέτα του Dave Burns, και το ρυθμό που βαστούν τα ντραμς του Alfred Dreares και τα μπάσα των Richard Davis και George Duvivier, από τα hip coffee house, στους καταδικασμένους έρωτες μιας κακότυχης γκαρσονιέρας. Sweet Love, Bitter ή αλλιώς Loser’s Lament όπως τιτλοφορείται το θέμα. Ο θρήνος του χαμένου.

Υγ. Το 1963, ο Mal Waldron έπαθε νευρικό κλονισμό. Επανέκαμψε ακούγοντας τον εαυτό του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s