Junip «Fields» (City Slang)

Έπειτα από μια ιδιαιτέρως χλιαρή παρουσία στα 00’s , οι τρεις παιδικοί φίλοι κάνουν το σεφτέ τους για τη νέα δεκαετία. Με μόλις 3 EP στο βεληνεκές τους τα τελευταία πέντε χρόνια , η αρμόζουσα προσοχή δεν ήρθε ποτέ. Ο λόγος απλός : Οι Junip έχουν ως κυρίαρχο κεφάλι το γνωστό κύριο Jose Gonzalez , τον αργεντίνικης καταγωγής Σουηδό που περνούσε μπόλικες ώρες μικρός αγναντεύοντας τον Ατλαντικό. Ο κύριος αυτός , διόλου απαρατήρητος δεν πέρασε τα τελευταία χρόνια , παρατώντας το διδακτορικό του στη βιοχημεία για να απογειώσει τη σόλο καριέρα του με μια κλασική κιθάρα στο χέρι. Και ορθώς έπραξε τελικά.

Για πολλούς , ο Jose Gonzalez δε χρειάζεται συστάσεις. Τα δύο album που έχει κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια έχουν εκτιμηθεί δεόντως από τον κόσμο των folk τραγουδοποιολάγνων. Δεν είναι όπως οι άλλοι του συναφιού του , όμως. Η κλασική κιθάρα είναι ένα απλό μέσο σε σχέση με το τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι του. Από Michael Jackson και Wailers , μέχρι Massive Attack , Joy Division και Bronski Beat. Χώρια τη λατρεία του για τα αφρικανικά κρουστά και την εφηβική του θητεία στο punk. Πλούσιο βιογραφικό. Πάντα ευαίσθητος , αλλά ποτέ γλυκανάλατος. Ευαισθητοποιημένος , αλλά ποτέ βαρετός.

 

Στους Junip το πράγμα ξεφεύγει ευχάριστα. Το πρώτο κομμάτι του Fields , In Every Direction , αποτελεί ίσως την πιο κολακευτική εισαγωγή σε album τον τελευταίο καιρό. Η κλασική κιθάρα κάνει την εισαγωγή δίνοντας σου το οικείο συναίσθημα που έχεις συνηθίσει , όμως οι προθέσεις αλλάζουν γρήγορα με synthesizers να εισβάλλουν γεμίζοντας τον ήχο με μια περίεργη psych δυναμική. Και νατο και το εκκλησιαστικό όργανο να απογειώνει το κομμάτι δίνοντας ακριβώς αυτό που ζητούσες για να σε κάνει να αναρωτιέσαι για τον υπόλοιπο δίσκο. You’re the center and you’re always free ψυθιρίζει ο Gonzalez , σε ένα refrain που επαναλαμβάνεται καταδικάζοντας τον ακροατή στον πιο ευχάριστο αυτισμό του μήνα. Έπειτα το Always. Με τη bossa κιθάρα να δίνει το ρυθμό , ευαίσθητο , αλλά ποτέ γλυκανάλατο. Ακριβώς όπως ο δημιουργός του. Στo Rope & Summit , ο ρυθμός δυναμώνει , τα αφρικάνικα κρουστά εμφανίζονται , οι κιθάρες δεν ξεκουράζονται ποτέ. Without You , με τα ψυχεδελικά synths να ταράζουν τα νερά , με τις κιθάρες και το μπάσο να δυναμώνουν όλο και περισσότερο , οι πειραγμένες φολκιές It’s Alright και Howl και ξανά απογειωνόμαστε στο Sweet & Bitter και νατα πάλι τα κραουτοsynths , νατος πάλι ο straight ρυθμός , να ‘το πάλι αυτό το προοδευτικό ενδυναμωμα στη μελωδία. Ένα μικρό διάλειμμα στο Don’t Let It Pass και ξανά στο Off Point η αγριάδα στην κιθάρα , χωρίς ποτέ να γίνεται επιθετικό , με έναν σχεδόν δεξιοτεχνικό τρόπο ο οποίος προκύπτει αβίαστα από την ευαίσθητη φωνή του Gonzalez. Το κλείσιμο του δίσκου προετοιμάζεται με το To The Grain , με το μεταλλόφωνο να πλημμυρίζει τον αέρα χρυσόσκονη , με τα drums να μη σε αφήνουν να ησυχάσεις όμως , γιατί έχεις άλλο ένα κομμάτι να ακούσεις. Και έτσι είναι. In the morning when waters are still , ropes are cut , unclear patterns when eyes are shut…Το τελευταίο κομμάτι , Tide , με τη σειρά του , δρα συμπληρωματικά με το εναρκτήριο κομμάτι του album , δίνοντας την αίσθηση ενός κύκλου που ολοκληρώνεται , ένα κομμάτι απαλό στην αρχή και στην πορεία λες και όλα τα όργανα που άκουσες να σε αποχαιρετούν , τα drums να σολάρουν , τα synths να ωρύονται και όλα να είναι τόσο καλά ζυγισμένα ώστε να μην καταλαβαίνεις καν πώς βρέθηκες ξαφνικά μέσα σε τόση γλυκιά βαβούρα , ένα κλείσιμο δίσκου που ευλογεί τα γένια του , δίχως καμμία έπαρση.

 

Το Fields είναι μια ήρεμη δύναμη. Άπαξ και το αρχίσεις θα το ακούσεις μονοκόμματο κομμάτι προς κομμάτι δίχως να νιώσεις καμμιά στιγμή κούραση , ίσως ξεχάσεις ότι αύριο έχεις δουλειά , ίσως αναρωτιέσαι πώς βρέθηκες να ακούς τη δείνα μελωδία. Σχεδόν παντού ενυπάρχει αυτό το προοδευτικό χτίσιμο σε κάθε κομμάτι , κάνοντάς σε να νιώθεις αισιόδοξα γελασμένος στο τέλος , δίχως να μπορείς να καταλάβεις γιατί θες να ξανακούσεις το album από την αρχή , λες και κάθε κομμάτι το ήξερες πάντα , σαν ένα όνειρο , σα να κοιτάζεις από πολύ κοντά ένα λουλούδι. Πολλά γράφονται για το Fields , ότι είναι ένα είδος kraut/psych folk album . Η αλήθεια είναι ότι όλα υπάρχουν : Η αισθητική του Nick Drake , η δυναμική των National και η ευαισθησία των Belle & Sebastian. Η κυκλοφορία από τη City Slang δεν είναι τυχαία. Και ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει και δίκιο θα έχει. Jose Gonzalez , το έκανες το θαύμα σου!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s