Le Noise, Interpretations, You Are Not Alone

Διαβάζοντας διάφορες σκοταδόψυχες ρήσεις, τα μύρια όσα ψυχολογικά που βαφτίζονται βαθυστόχαστος αστικός πόνος και πάσης φύσεως κακά δαιμόνια, μπορείς να το ρίξεις απλά στην πλάκα. Η μη κατανόηση ενός τέτοιου κόσμου σαφώς και δε συνεπάγεται στηλίτευση αυτού, θα ήταν τουλάχιστον άδικο. Το ποντάρισμα πως όλο αυτό συμβαίνει χάριν εντυπωσιασμού ή έστω πως το δεκανίκι του αδύναμου γραφιά είναι ο πεσιμισμός κι όχι ο χαβαλές, είναι οι επικρατέστερες εκδοχές. Όπως και να έχει, το ζήτημα είναι άλλο. Ποιο το νόημα μιας τέτοιας περιγραφικής προσπάθειας αν το αντικείμενο είναι σχεδόν ανάξιο λόγου;

Χαζεύοντας τις διαδικτυακές ψηφοφορίες για τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, προσπερνώντας το γεγονός πως εξελλίσεται ένας αγώνας δρόμου που πιθανότατα θα επιβραυεύσει μερικούς κακούς ή έστω βαρετούς δίσκους (National, Arcade Fire κλπ), μοιάζει απορίας άξιον πως αυτό το κοινό έχει τόσο βαθιά σημαδευτεί, τόσο εντόνως ολοκληρωθεί, δακρύσει, βιώσει, ισορροπήσει μεταξύ λυρισμού και απώλειας, γευτεί τα πιο δυναμικά τσιτάτα αυτής της ζωής, χάρη στους δίσκους των Hot Chip, Caribou, Boy κλπ. Για να μην παρεξηγηθώ, αν οι ψηφοφόροι βρίσκονται στο ηλικιακό εύρος 16-22, σχεδόν όλα φαντάζουν θεμιτά, ειδάλλως σας παραπέμπω στον πρόλογο.

Ας σοβαρευτούμε. Σκοπός του κειμένου δεν είναι να κριτικάρει το κοινό αλλά το μουσικό ζητούμενο και το μηχανισμό προώθησης του. Το ζήτημα δεν είναι το τι επιλέγουν οι έλληνες bloggers, το τι παρουσιάζει η φετινή κακή λίστα του Mojo, το τι θα βγάλει το Pitchfork, αλλά ένα δεδομένο έλλειμα «ιστορικής» γνώσης που προκύπτει. Σε μια μεσοβέζικη αντιστοιχία με μια εκλογική αναμέτρηση, η κατάληξη της επόμενης μέρας είναι πως ο λαός «αποφάσισε», τα μέσα επηρρέασαν την κρίση του, η μνήμη φάνηκε ασθενής, η έρευνα στάθηκε ελλιπής και τα ιστορικά προηγούμενα δε στάθηκαν χρηστικά οπλά. Στο προκείμενο ο ακροατής αποφάσισε, το hype επηρρέασε, η γνώση για το αν κάτι είναι πραγματικά καινοτόμο απουσίαζε και ένα μέτριο αισθητικό κριτήριο, σε μέτριους καιρούς, ποντάρει σε ένα μέτριο δίσκο. Τα γούστα είναι γούστα, αλλά σε μια τέτοια υπεραπλούστευση σας παραπέμπω σε μια απάντηση του Barry προς τον Rob για την ελευθερία του γούστου.

Neil Young. «ο ήχος είναι ο δικός του γνωστός, καθαρός ήχος της λευκής Gretch, χωρίς περιττά στολίδια, κι ήχος μιας ακουστικής κιθάρας που είναι τόσο αυτάρκης, ώστε ακόμα κι ένας ψίθυρος θα τη «λέρωνε». Μόνη συνοδεία στις κιθάρες, το γνώριμο κι αγαπημένο falsetto της φωνής του Young, άλλοτε αγριεμένο και πονεμένο (Hitchhiker, Walk with Μe), άλλοτε τρυφερό (Peaceful Valley Boulevard, Someone Gonna Rescue You).» ήταν τα λόγια που στήριζαν το εννιάρι της Χίλντας Παπαδημητρίου για τον τελευταίο δίσκο του Neil Young, ενός φετινού αριστουργήματος που αρέσκεται στο να αντιμετωπίζεται σαν ένας ακόμη δίσκος του Neil Young, αχρείαστος και παρωχημένος εν έτει 2010. Αντ’ αυτού τα 895α καθόλα συμπαθή εγγόνια του προτιμώνται, τη στιγμή που δεν κατορθώνουν καλά-καλά να προσπεράσουν το φετινό του δίσκο.

Bettye LaVette . Σε τούτην την περίπτωση δεν τίθεται το άνωθεν ζήτημα μιας και αφενός έχουμε να κάνουμε με ένα δίσκο διασκευών βρετανικών συνθέσεων, αφετέρου η κεντρομόλος στέκεται στο πως η φωνή μεταχειρίζεται αυτές τις συνθέσεις. Κι όμως να που προκύπτει μια έτερη αναγκαιότητα. Πόσες επιλογές έχουν πια ως ζητούμενο ένα αισθαντικό λαρύγγι;

Mavis Staples. Κι ενώ θα μπορούσαν να ισχύουν έστω τα παραπάνω, η εν λόγω κυρία επιμένει πως το gospel είναι αιώνιο και όχι ρετρό (όπως ευστόχως διαπιστώθηκε και σε ξένες κριτικές), ο Jeff Tweedy συμφωνεί στην αναγκαιότητα αυτού εντός του Wilco Loft. Εις το όνομα του Fogerty, του Randy Newman, του Allen Toussaint, της παράδοσης και του πατρός που δεν ξεθωριάζουν στα ημερολόγια των ανασκοπήσεων.

Όταν τα διαπιστώνεις όλα αυτά λένε πως χάνεις τελικά την ουσία της εξέλιξης. Αν τελικά καταλήξει και υποστηρίξει κάποιος το ποια είναι αυτή η εξελικτική ουσία που αφαιρεί το δικαιώμα σε έναν ακόμη ενεργό καλλιτέχνη να χαίρει ισότιμης κριτικής (παραμερίζοντας την ασφαλή παρακαταθήκη του), ας μου το πει κι εμένα.

υγ. Άραγε ένας απ’ τους καλύτερους δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ, με το πιο ουσιαστικά επίκαιρο μήνυμα αναφορικά με τη μουσική ακρόαση, πως θα αντιμετωπιστεί ουσιαστικά από το μουσικό σύμπαν που ψηφίζει τούτες τις μέρες; Σαν μια ανάμνηση απ’ το παρελθόν που τα κατάφερε στο παρόν, σαν ένας δίσκος που αξίζει και φτουράει για το εφήμερο έτος, σαν τι;

by loan me a dime…

Advertisements

6 responses to “Le Noise, Interpretations, You Are Not Alone

  1. ok, ok, ό,τι πεις. neil young, lavette, staples. εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους τα πρόβατα- ξέρεις από μουσική

  2. Απορίες και δεδομένου ότι θεωρώ τη φετινή χρονιά φτωχή, όχι δισκογραφικά, αλλά μουσικά:

    1) κανένας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες (παραβλέποντας μια παρελθοντολαγνεία) δεν ξεχώρισε φέτος από όλο αυτό το πεσιμιστικό πλαίσιο που τρέφεται από συγκεκριμένες ηλικιακές μάζες? Για παράδειγμα το Transference των Spoon είναι ένα ακόμα αποτύπωμα του ατάλαντου γραφιά?

    2) πιάνοντας καλλιτέχνες των περασμένων δεκαετιών και αφήνοντας έξω το Promise του Bruce Springsteen, που είναι ομολογουμένως από τις κυκλοφορίες τις χρονιάς, το Wake up the Nation του Paul Weller είναι ανάξιο λόγου?

    3) ποιό είναι ακριβώς αυτό το έλλειμα «ιστορικής» γνώσης που προκύπτει? γιατί δεν κατάλαβα.

    4) Μπάντες που αναφέρονται σε προαναφερθείσες λίστες τρέφονται από άβουλους οπαδίσκους υπνωτισμένους από την προωθητική κακιά βιομηχανία ?

    5) και αν τύχει και αναφερθεί εκεί μια μπάντα κατευθείαν αποσχηματίζεται και στέλνεται στο πυρ το εξώτερον? Κρίμα γιατί οι Portishead το 2008 αποτέλεσαν το νούμερο ένα για πολλές τυπωμένες και διαδικτυακές φυλλάδες.

    Αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε πολλοί (και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτό) ότι ενώ το γούστο είναι προσωπική υπόθεση, η κριτική δεν είναι. Δε με αφορά αν στον Χ συντάκτη άρεσε ένα album ή αν αυτό το ακούει όταν πάει στην τουαλέτα. Μου είναι παντελώς αδιάφορο. Ένα album μπορεί να «κριθεί» μόνο μουσικά, για την προσφορά του ή μη στο σύνολο, για την πρόσληψη του και όχι επειδή κ@λωσε γνωστός κριτικός (όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο ίδιος του) όταν το άκουσε.

    • @ plautina
      1) δε λέω αυτό. ο προβληματισμός μου αναφέρεται στον επίλογο «Αν τελικά καταλήξει και υποστηρίξει κάποιος το ποια είναι αυτή η εξελικτική ουσία που αφαιρεί το δικαιώμα σε έναν ακόμη ενεργό καλλιτέχνη να χαίρει ισότιμης κριτικής (παραμερίζοντας την ασφαλή παρακαταθήκη του), ας μου το πει κι εμένα.» ο Tiersen, οι Black Keys, οι Dap Kins, οι Budos Band, οι Murder By Death και κάποιοι άλλοι έβγαλαν καλούς δίσκους. Για τους Spoon δεν έχω γνώμη, δεν έχω ακούσει το lp τους.

      2) Για να μη θεωρηθεί πως η παρελθοντολαγνεία ισοδυναμεί με πανάκεια, εν προκειμένω θεωρώ πως το lp του Paul Weller είναι ανάξιο λόγου αναφορικά και με τη δισκογραφία του αλλά και με τα lp νέων καλλιτεχνών όπως πχ των παραπάνω

      3) σε παραπέμπω στο κείμενο «Σε μια μεσοβέζικη αντιστοιχία με μια εκλογική αναμέτρηση, η κατάληξη της επόμενης μέρας είναι πως ο λαός «αποφάσισε», τα μέσα επηρρέασαν την κρίση του, η μνήμη φάνηκε ασθενής, η έρευνα στάθηκε ελλιπής και τα ιστορικά προηγούμενα δε στάθηκαν χρηστικά οπλά. Στο προκείμενο ο ακροατής αποφάσισε, το hype επηρρέασε, η γνώση για το αν κάτι είναι πραγματικά καινοτόμο απουσίαζε και ένα μέτριο αισθητικό κριτήριο, σε μέτριους καιρούς, ποντάρει σε ένα μέτριο δίσκο.» αναφέρομαι στις περιπτώσεις αυτού που προκύπτει και θεωρείται νεωτερικό εξαιτίας έλλειψης ακουσμάτων.

      4) πιστεύω με την απάντηση στο τρία να καλύπτεσαι. Φαντάζομαι πως δεν αμφισβητείς ένα τέτοιο ενδεχόμενο επιρροής ανά περιπτώσεις.

      5) ισχύει το παραπάνω.

      η προσφορά ή μη στο σύνολο είναι κάτι ασαφές. Το γούστο σαφώς και δεν διαχωρίζεται απ’ την κριτική εκτός κι αν απομονώνεις το φορμαλιστικό σκέλος όπου κάποιος αρέσκεται αποστειρωμένα στο να γράφει με πόση ταχύτητα παίζει ένας μπλουζίστας ένα 12μετρο, πόσες οκτάβες πιάνει μια φωνή κ.ο.κ
      Ελπίζω να σε καλύπτω.

      loan me a dime

  3. 1) άκουσε το. Φιλική συμβουλή. Ίσως καταφέρει να μετριάσει λίγο την άποψη σου.

    2) οι συνιστώσες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν μια άποψη θεωρώ πως δεν είναι μόνο το παρελθόν, η ιστορία του καλλιτέχνη, όταν μιλάμε για έναν μαραθωνοδρόμο της δισκογραφίας. Τα κοινωνικά συμφραζόμενα, το χρονικό σημείο, η διάθεση συμπληρώνουν το παζλ και τη συνολική εικόνα. Κάποιες φορές η ιστορία μας σφίγγει τις παρωπίδες. Αλλά φυσικά de gustibus non disputandum και μόνο γι’αυτό πάω πάσο.

    3) νομίζω η αντιστοιχία είναι άστοχη. Δεν μπορείς να συγκρίνεις δύο ανόμοιες καταστάσεις. Όσοι κι αν βγάλουν το Suburbs πρώτο, ο κόσμος όλος να το πιστεύει, να το παίζουν παντού στο ραδιόφωνο, εγώ απλώς δεν θα το ακούω. Δε με αφορά. Δεν μπορεί να μου επιβάλει κανείς έναν δίσκο, όπως μπορεί να μου επιβάλει μια κυβέρνηση. Και αν μιλάμε για ανθρώπους με αισθητήριο, αγάπη για τη μουσική και ενδιαφέρον για γνώση, τότε πραγματικά δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα κοινό απόν και αμόρφωτο. Και για να χρησιμοποιήσω και την πρώτη επιλογή σου, για έναν έλλογα σκεπτόμενο άνθρωπο όλη αυτή η «βιομηχανική μουσικά βαβούρα» είναι μόνο noise. Καμιά σειρήνα δεν μπορεί να του επιβληθεί.

    Και στην κατακλείδα μας δυστυχώς διαφωνούμε γιατί για μένα είναι σαφές πως αισθητήριο και κριτική σαφώς διαχωρίζονται. Αναφέρω το πιο πομπώδες παράδειγμα: την όπερα. Για το αισθητήριο κάποιου ο Puccini είναι παγερά αδιάφορος, ανούσιος και σε μεγάλο βαθμό αφόρητος. Μουσικοκριτικά θεωρείς ότι οι απόψεις ταυτίζονται; Πρέπει σε ένα βαθμό να διαχωρίζουμε λογικό και θυμικό.

    Ευχαριστώ για το χρόνο σου 🙂

  4. Ναι πολύ καλός ο Neil Young, εξαιρετικός σε σημεία όπως το εναρκτήριο walk with me ή το hitch hiker και αναπόφευκτα γλυκανάλατος στο Love and War και σε αρκετά σημεία των υπολοίπων τραγουδιών. Ο δίσκος πήρε γενικά πολύ θετικές κριτικές – δες το στο διαδίκτυο – οπότε δεν χρειάζεται αν γκρινιάζεις για τον πόνο της μουσικής. Αν μάλιστα είχες ακούσει την δισκογραφία του Young θα καταλάβαινες πως ο άνθρωπος είναι ικανός για καλές μπαρούφες, και ειδικά το πολιτικό του στίγμα ΄μετατοπίζεται έυκολα (και υγιώς). Κανείς δεν θα θυμάται τα αντιπολεμικά τραγουδάκια των 00s με την απλοϊκά αμερικάνικη κριτική στο σύστημα (που υπάρχει σαφώς στο καινούριο δισκό), κάποιοι προσπαθούν να ξεχάσουν το Rockin in a free world (κακοί σοβιετικοί) και κανείς ήδη δεν θυμάται την τάυτιση του με την αμερικανική δεξιά στα ΄80s. Οπότε να χαλαρώσουμε λίγο με το κλάμα, το Le Noise είναι πολύ καλός και κυρίως πρωτότυπος ηχητικά δίσκος, που αν ο γερο Neil είχε διαλέξει 2-3 καλύτερα τραγούδια και αν πριν γράφει σαχλαμαρίτσες για τον πόλεμο είχε διαβάσει λίγο Θουκυδίδη, θα ήταν αριστούργημα. Δεν είναι όπως.

  5. Παράθεμα: Κουφός στα χασομέρια (Τα 8+15 αγαπημένα του 2010 by loan me a dime…) « Back To Mono

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s