κουράγιο;

Ήχοι ανισορροπίας, ο μόνιμος βόμβος στ’ αφτιά, τα δόντια σπάνε απ’ την πίεση, τα σαγόνια σφίγγουν, το κουρέλι της οντότητας, κι εσύ, προσπερνάς… κοιτώντας μέσα απ’ το σώμα μου, λες κι έχει στηθεί από έναν ακατάληπτο θόρυβο, γνωρίζεις ότι βρίσκεται κάπου… απόμερα του πλήθους, αλλά εσένα, σε προσελκύει η μάζα,  ως μία συμπαντική ολότητα, ορμητική, σαν την ακούσια επανάσταση που φοράς, κεντητή χλεύη σε μποέμ ρούχα.

Αυτή η ανυπαρξία έχει πιάσει τέρμα. Στο τέλμα της αφουγκράζεσαι διστακτικά, όλα εκείνα τα φτωχά συναισθήματα, που σ’ εξοργίζουν, η απόρροια μιας μικροπρεπούς εγκοσμιότητας, ή μήπως θα διασκελίσεις τους λογισμούς, όπως πηδάς πάνω απ’ τα χαλασμένα παιχνίδια σου, τρεκλίζοντας, προς απώτερους σκοπούς. Την στιγμή εκείνη, που δημιουργείς, παραστάσεις, στον τεχνητό ορίζοντα.

Αυτή τη φορά, η πόρτα, θα κλείσει, οι πόρτες κλείνουν κάποτε, για πάντα, κι όταν παρουσιαστεί αυτός ο καιρός, στολισμένος, με την πιο φυσιολογική απρέπεια, θα απομονωθώ μαζί του, πίσω απ’ τις σφραγισμένες θύρες της προσμονής, παρατηρώντας τους «προβολείς να γαμάνε την πόλη», «…δεν θ’ αφήσω ποτέ αυτό το νεκρόσπιτο, κατά κάποιο τρόπο, δεν με νοιάζει να ξοφλήσω κι αν όντως πιστέψεις ότι με είδες, πρέπει να σου αποδείξω πως κάνεις λάθος».

Η απαξίωση, συμμετοχής στο θεατρικό παράλογο των ναυαγισμένων πεποιθήσεων, δεν ταιριάζει σ’ αυτήν εδώ την περίσταση, την φθαρμένη, από τις δρασκελιές των υπηκόων της νύχτας, τους αποδίδεται συνθήκη χάριτος, στη μέση της μέρας, ανύποπτα. Η απόσταση ποτέ δεν ήταν αρκετή. Η απόσταση δεν ελαττώθηκε ποτέ. Η απόσταση είναι σαν έρωτας, είτε υπάρχει είτε όχι. Κι ο έρωτας, έρχεται πάντοτε με μιαν απόσταση στο τσεπάκι του.

«Επιστρέφω από κάτι, προς κάτι, προς κάτι…» και ειλικρινά δεν βλέπω τη στροφή ώστε να παρεκκλίνω. Προς την καρέκλα σου, δίπλα στα πόδια σου, πάνω απ’ το κεφάλι σου, επάνω σου. Οι συγκυρίες, άλλωστε, ανέκαθεν προασπίζονται την μυθολογία των πεπραγμένων, δεν συμφωνείς; Μαζί μου αν συμφωνούσες, θα είχαμε κάνει ένα βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, αντιμέτωποι, σφυρηλατούμε δυο πρόκες στο ίδιο ακριβώς σημείο, το τείχος ανάμεσα μας γκρεμισμένο χρόνια, ωστόσο, στα συντρίμμια πατάς με ξυπόλητα πέλματα, οι ινδικοί αστράγαλοι, σε θολά αμνιακά υγρά, ξεπλένεις το κακό μάτι. Τα διάπυρα υφαντά σου, στις όχθες του Γάγγη μου, ορφανά, λασπωμένα και φανταχτερά. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τα σκίσω, σε μύρια άφαντα κομμάτια, να μην τα ξαναδώ, καθώς απρόοπτα μου στερούν την προσαρμογή και την αντανάκλαση.

«Στα μάτια μου είσαι ένα ψέμα» που με θρέφει φως εκτυφλωτικό. «Ένα νεκρό ξεκίνημα στο κεφάλι μου και η μέρα στρώθηκε…» κρούει τις χορδές π’ αντηχούν στην καρδιά, στο χρώμα των σωθικών, σκούρο, πορφυρό, πίδακας, γδέρνει τους πνεύμονες – σφαγμένα αγριοπερίστερα, χτυπιούνται στην ποδιά ενός πέτρινου δάσους – ενός καταθλιπτικού μεθυσμένου δοσίλογου, άνοιξε η γη και τον κατάπιε σαν φθινοπωρινός τύμβος, «ποιός βάφει τη ζωή μου με μπλε δυστυχία;».

Χαϊδεύεσαι, σαν γάτα και σαν γάτα ξεσκεπάζεις νύχια σε πηγές φωτός. Εγώ η χωματερή κι ο ζόφος σου τ’ απόρριμμα. Η βιομηχανία που χρηματοδότησα με οβολούς αύξουσας εγκαρτέρησης. Εργοστάσιο ανακύκλωσης, εικονικών οραμάτων, διαχέονται στο αστικό παραλήρημα και κυβερνώντας έναν μπλε κάδο, σαλπάρω στη ρυπαρή θάλασσα με το μοναδικό μου φίλο. Σου προτείνω μια τσάρκα στο πέλαγος των οχετών, τρέμοντας στην ιδέα μην αρχίσει να χάσκει το σκάφος μου, ξερνώντας όλα τα βαπτιστικά αμαρτήματα των προσχώσεων που διέσπειρες στην αοριστία μιας κατά τ’ αλλά, ψυχολογικής εύνοιας.

Είμαι ένας στωικός ψαράς, κι ενώ συνέλεγα τα διάτρητα παραγάδια μου «σε είδα στο νερό, να πνίγεσαι» «και η καρδιά μου έκλαψε» κι έτσι όπως βάλθηκα να τραβάω κουπί αφήνοντας τα πάντα, θυμήθηκα ότι, εγώ σ’ έσπρωξα, απ’ το καΐκι μου. Σαν γυαλιστερή πέτρα, ένας οψιδιανός με τις ευχές της λησμονιάς που κατακάθισε στην άβυσσο για να αστράψουν πάνω του οι δειλοί μορφασμοί της ξεχασμένης ιστορίας που μας εγκατέλειψε, αλλά δεν δέχθηκε τα δώρα του θανάτου ούτε της ζωής την περίλαμπρη τραγωδία.

Εκεί, κάτω, στο χαράκωμα της επαλήθευσης, εξακολουθείς, να εγείρεσαι, να καλουπώνεις την παρατυπία, κραδαίνοντας το στέλεχος της ραχοκοκαλιάς που δεν υπέκυψε στο μαστίγωμα του εγωισμού. Εκεί όπου ηλεκτρίζεις την λήθη, γενναιόδωρα της χαρίζεις, σάρκα και οστά. «θέλω να ξεχαστώ, θέλω να συγχωρέσεις». Όμως δεν καταφέρνω να ζήσω, χωρίς τη μνήμη σου και με την μνήμη σου, πεθαίνω, κάθε μέρα. Και κάθε μέρα, παραμονεύει η παρεξήγηση, του τρωτού αυτού ψυχοδράματος. Εγώ ο βροτός, κι εσύ η εξέχουσα πανδαισία της αρνητικής επιβράβευσης.

Τρέχω προς την έξοδο, τρέχω προς το αδιέξοδο, και χάνω το δρόμο, χάνω το δρόμο σου, το οδόστρωμα, την επιτάχυνση, την τριβή, την ουσία, μα δεν χάνω τον προορισμό, κι αυτό είναι η τυραννία. Κι αυτό είσαι εσύ. Η σειρά που λαμβάνω και η πλευρά που γυρνάω, η συσκότιση που ψηλαφώ και η εκτόνωση στην δαπάνη των ωρών, το λυρικό απαύγασμα στο βραχυκύκλωμα της ακροφοβίας που συνταράζεις, η ασύμμετρη απώλεια και το νεύρο που διακορεύεται . Ένας στείρος και γελοίος ρομαντισμός, ανίκανος να δικαιολογήσει οποιαδήποτε αναγκαιότητα ύπαρξης ένα αναιμικό εξάμβλωμα.

Εσύ αν ήσουν εδώ… θα εκδίωκα όλες τις στρατιές των απόρων απ’ την κοίτη των απολιθωμένων μου συλλαβών και θα σ’ αντικαταστούσα, χίλιες φορές μ’ εφηβικά απομεινάρια. Έλα όμως που αυτή η Σουηδική Κατατονία έρχεται επιτέλους, να παύσει τα πυρά ενός αδυσώπητου κύκλου απόγνωσης.

writen by: Narco Barx

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s