Eddie Gale’s “Ghetto Music” (1968, Blue Note, BST 84294)

Στις 31 Ιανουαρίου θα έχει περάσει ένας χρόνος από το θάνατο του John Morris, ιδρυτή του διμηνιαίου καναδέζικου jazz περιοδικού Coda. Κι ενώ μέσα στα χρόνια, το Coda άλλαζε χέρια, ο γεννημένος στην Αγγλία Morris μπλέχτηκε και σε άλλες εργασίες όπως στο να στήσει label σαν το Sackville Recordings όπου βρήκαν χώρο μουσικοί όπως οι Ralph Sutton, Anthony Braxton και Jay McShann μεταξύ άλλων. Διαρκές μέλημά του ήταν το να καλύπτει σε συγχρονία τα τεκτενόμενα στον χώρο της jazz.

Το 1968, έγραφε το σημείωμα για εκείνον τον πιτσιρικά τρομπετίστα απ’ το Brooklyn που με τη σειρά του ενεργούσε στα πλαίσια της «σοβαρής όσο κι η ζωή σου» jazz, της κοινωνικής αφύπνισης, της απελευθερωμένης φόρμας, της δήλωσης μιας νέας δημιουργικής γλώσσας, βγαλμένης απ’ την αφρικανική κληρονομιά, τα ghetto, την περηφάνεια που άρχισε να ορθώνεται και με επικοινωνιακή κλιμάκωση τη δεκαετία του ’60, ύστερα από εκατοντάδες χρόνια σκλαβειάς. Κι ενώ οι Lester Young, Billie Holiday, Bessie Smith, Charlie Parker, Fats Navarro και Eric Dolphy, μεταξύ των τόσων άλλων, είχαν δει το φως του “mainstream”, εκείνη την εποχή κάποιοι άλλοι εκμεταλλευόμενοι εκείνες τις διδαχές διανοίγονταν σε φορμές δίχως όρια, υπηρετώντας συνειδητά ένα ριζοσπαστικό κίνημα. Αν σκεφτεί κανείς πως ανάμεσα στη δική του δημιουργία, ο Eddie Gale συμμετείχε στο “Unit Structures” του Cecil Taylor και πως έπειτα θα υποβοηθούσε τον Larry Young  στο “Of Love And Peace”, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς σε ποιο καλλιτεχνικό στρατόπεδο είχε ενταχθεί.

Έπαιξε με τους Sun Ra και Coltrane, μίλησε για τη γειτονιά του, την Bedford-Stuyvesant του Brooklyn, για το ghetto στη μεγαλούπολη, για τον κόσμο ως ghetto, δίχως μένος, εκφράζοντας μονάχα το πώς μεγάλωσε και το πώς ζούσε. Με εφόδια τα απογεύματα που έξω απ’ το σπίτι του καθόταν ο Bud Powell και τον άκουγε να προβάρει, τα μαθήματα με τον Kenny Dorham, τα τζαμαρίσματα με τους Blakey, Roach, Stitt, McLean, και το θαυμασμό προς τους Gillespie, Byrd, Morgan και Armstrong, ο Eddie Gale και οι 17 μουσικοί του, οι 11 εξ’ αυτών ως Noble Gale Singers, έστησαν μια παρουσίαση και βάζοντας περιβολές μοναχών, οπλίστηκαν με τα όργανά τους.

Οι Eddie Gale (trumpet, soprano recorder, Jamaican thumb piano, steel drum, bird whistle), Russell Lyle (tenor saxophone, flute), James «Tokio» Reid (bass), Judah Samuel (bass), Richard Hackett (drums), Thomas Holman (drums) και οι Noble Gale Singers: Elaine Beener (lead vocals), Joann Gale (lead singer στο The Rain), Sylvia Bibbs, Barbara Dove, Evelyn Goodwin, Art Jenkins, Fulumi Prince, Edward Walrond, Sondra Walston, Mildred Weston και Norman Right, μπήκαν στις 20 Σεπτεμβρίου του 1968 στο Rudy Van Gelder Studio, στο Englewood Cliffs του New Jersey, όπου έμπλεξαν την αφρική με τα folk, τα blues, τη gospel, τη soul και τη jazz, μιμήθηκαν τους λυγμούς των πουλιών και την ηρεμία ενός πάστορα, τις ερωταπαντήσεις των Roach/Lincoln, ένα σοκάκι του Brooklyn και τις παιδικές φωνές των παιχνιδιών σ’ αυτόν, τις κραυγές αγωνίας και την παράκληση για κατανόηση και συμπάθεια του κόσμου του ghetto.

Μανιασμένα ντραμιστικά σόλο, μελωδικά τενόρο μέρη, hard bop και παρελάσεις, μελαγχολικό spiritual tempo, επίδειξη λυρισμού από μια ομάδα αγνώστων τότε μουσικών υπό τους τίτλους “The Rain”, “Fulton Street”, “A Understanding”,  “A Walk With Thee”, “The Coming of Gwilu”. Η άτυπη συνέχεια του «Eddie Gale’s “Ghetto Music”», Black Rhythm Happening του 1969 έκλεισε τη συνεργασία του με τη Blue Note, μιας και όταν βρέθηκε εξ’ ολοκλήρου στα χέρια της Liberty, το συμβόλαιό του δεν ανανεώθηκε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s