Το Μαχαίρι στο Ξημέρωμα: ένα υβρίδιο

Πώς μιλάς για εκείνο π’ αγαπάς; Που απευθύνεσαι; στους ίδιους φίλους, ή αν αυτοί, δεν σκοτίζονται (ταυτίζονται;), – 100 φορές κατεβάζεις με το νου σου πιθανά σενάρια περί κλιματικής αλλαγής –  κατασκευάζεις φιλίες, μ’ αυτιά ορθάνοιχτα, ανθρώπους, που κατά τ’ άλλα τους έχεις χεσμένους, τους ανακαλείς, μεσούσης αυτής της επώδυνης συγκυρίας (πλην όμως άτυπης αληθοφάνειας fuzzyv (sic!)  και απαιτείς, να συμμεριστούν, όλη την παραμυθολογία που σε κρατάει σε δεσμά απ’ τ’ αυτά Τα ΑΤΙΑ και τ’ αναίτια κι άλλα πολλά αλογάκια γλυκά να μελώνουμε το χάπι τ’ Έρωντα να αγαπιόμαστε.

 

Κανείς δεν νοιάζεται! Για τον καημό σου, όπως κι εσύ, δεκάρα τσακιστή δεν δίνεις, για την έγνοια του καθενός. Ολόκληρο, ξεδιπλωμένο, κανονιοβολιστήριο της, ΧΥ και η μετατροπή σε ρέστα ‘ναμενόμενη, να χορεύει μπροστά σου, ΜΠΑΜ ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ

ΜΠΟΥΜ – Α |!

Το θέμα είναι όμως, ότι ρίχνεις ένα τεράστιο βάρος στις δικές σου σκοτούρες, τις δικές σου, μικρές, καθημερινές, ποταπές, καφρίλες, που καταναλώνεις με την κουτάλα, για να ‘χεις αύριο, κάτι, να κλαίγεσαι, κάτι που θα σου δώσει νόημα στο μεταίχμιο του παρόντος, προς το πολυπόθητο μέλλον, το καμένο, το προδιαγεγραμμένο. Οι προδιαγραφές τινάζονται διαταραγμένα στην ανάκληση ναι, και την αμηχανία που σου σπάει την πετονιά πριν βγει το ψάρι όξω.

Σε ποιόνανε λες, πως γουστάρεις κάτι, όταν αυτό το κάτι είναι αποκλειστικά θέμα γούστου – Πές το λόγο σου! – που δεν μοιράζεται και δεν βλέπεται λεκιασμένο από αποψιακές εισφορές.

Θέλω μόνο να εκ-πλεύσω – να ξανοιχτώ – μακριά στην ελευθερία

Δεν θες καν να βλέπεις τον εαυτό σου, ‘κει  τοποθετημένο στο κέντρο, να παραδέχεται ευθέως ό,τι λειώνει στην ιδέα μιας ξεχασμένης παραίσθησης, που στερεί τον ύπνο, και γκρεμίζει την Αυγούλα «»»»(sick) και είναι σαν πείνα, σαν λιμοκτονία, σαν μια φωνή που κόπηκε στα τρία –Αλά! άνοιξε κι άλλη ΜΠΟΥΚΑΛΑ! . Κι αύριο πάλι, μισαδάκι – μισαδάκι το είναι σου θα βγάλει άκρη για μια ακόμα μέρα φλας μπακ της προηγούμενης, που σημειωτέον, ήταν καλύτερη. Πως γίνεται, να ‘ναι πάντα τόσο καλύτερο το νεκρό παρελθόν; Άραγε ο θάνατος, πέραν των στερήσεων που επιβάλει, ορίζει και μία κοινώς αποδεκτή βελτιστοποίηση; Ίσως, πρέπει να το σκοτώσεις επιτόπου, για να βρεθείς – αναμφισβήτητα – σε θέση να το θαυμάσεις. Ίσως, με τους νεκρούς να μπορούμε να συνομιλούμε λεύτερα. Δε το ντρέπεσαι το νεκρό.

Έρχονται όλες οι πεθαμένες σκέψεις, αποστασιοποιημένες από την έκθεση, στο μεγαλόπνοο σχέδιο της καθημερινότητας, τόσο οδυνηρή η απουσία της εκ βαθέων τραγωδίας και σάτιρας; – μακριά από τα πάντα, από κάθε κρεβατοκάμαρα  -απαλλαγμένες πάσας περιττής πληροφορίας, που σου φορτώνει  – απόλυτη παραδοχή – το 24ωρο και σου βγάζουν στη φόρα το ένα και μοναδικό πράγμα που καταπιάνεσαι, καταγίνεσαι, κάνεις… Όποιο κι αν είναι αυτό, παραμένει ένα (βάρα τον κώλο σου βαριά).

Αυτό που μισείς ν’ αγαπάς πιο δυνατό το μίσος της αγάπης της πανίσχυρης.

Γι’ αυτό το μοναδικό πραγματίδιο, μ’ αυτό το γΑμημένο1εκτιVάσσεται η δυνατότητα όπως η ενέργεια χιλιάδων χεριών στον αέρα της απογείωσης στο διαμέτρημα του χρόνου προς την έναρξη, η τρέλα της αλήθειας που αναβλύζει μοναδική χιλιάδες φορές Ανώτατη  των οργασμών πολλαπλά διασπείρει μία στιγμή την άθλια υπόσταση της περιβόητης ελπίδας αυτήν ερωτεύεσαι. Αυτή η εκσπερμάτωση, το πρώτο high, το σκάσιμο «I’m in love” πάντα, μικρή πάντα, νεκρή πάντα, στο τέλος.

Ένα αδιέξοδο μυαλό…

Μ’ ένα αδιέξοδο στο μυαλό, χάσαμε, χάσαμε… Λευτεριά, χάσαμε!

«Είμαστε οι άνθρωποι που ήρθαν να παίξουν» ένα δύσκολο παιχνίδι, έναν δύσκολο στόχο κι ένα διαβόητα δύσκολο μονοπάτι πάνω στις χιονισμένες ραχούλες. Τις ψόφιες μας συνήθειες τις γεματούλες, έλλειψη, επιλογές, ώρες, ωράρια, πολυτέλεια και καφέδες της παρηγοριάς.

Οι μόνοι σε οικογενειακή συσκευασία δια πάσα νόσο και πάσα μαλακίαν.

Αλλά, σαν πολλοί δεν μαζευτήκαμε ‘δω χάμω; -και μάλιστα τρομοκρατικά ακινητοποιημένοι –  θα ζητούσα άμεσα, απ’ την μπαργούμαν το συνηθισμένο, και μετά απ’ αυτό, κι άλλα δυο, τρία –  τέσσερα, θα την καλούσα για καφέ, ή για το συνηθισμένο…

Κι όλα τα σκατά σκορπά!

Η μόνη διαφοροποίηση, έγκειται στο γεγονός, ότι, θα σε συναντούσα «στο αγαπημένο σου cafe», ένα ‘κόφι σοπ’ όπου κι αν βρίσκεται, βρίσκεται; Μικρή μου Ολανδέζα, Τυρολέζα τρελή Βερολινέζα Λειβαδιώτισσα! Μαύρη Γοργόνα cytherea

Εκεί θα ‘μασταν οι δυο μας, ένας εγώ που το επεδίωξα, κι άλλο ένα εσύ, που δέχθηκες

Μx2

Τότε θα παρουσιαστεί ως εκ του θαύματος η κατάλληλη ευκαιρία! Τα γρανάζια του καρφωμένου στον τοίχο, κούκου (πότε η Αποκαθήλωσις;) θα φρακάρουν, Oh Yeah! – Αυτή είναι μία κάνη, γεμάτη.. – . Λίγο πριν όλα γύρω μετατραπούν σε μέλλον. Θα στο πω και θα στο πω! Θα σου το πω, σαν πυροβολισμό εν ψυχρώ σαν σκυλί, σε ζητώ  Σε θέλω (λέτε, κάτι τέτοιο-πέστε Noir), και η νεκρική σιγή θα μας προδώσει στο Αυτόνομο Υπέρτατο Δέος.

written by: Narco Barx

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s