Dustin O’Halloran…Lumiere (FatCat records)

Θα σηκωθείς ένα πρωί και τίποτα δεν θα σου φτάνει. Θα δείς αίματα ξερά στη μαξιλαροθήκη και στον καθρέφτη του μπάνιου μάτια χωρίς φόβο. Δεν θα θελήσεις να δεις το φως και δεν θα σηκώσεις κανένα τηλέφωνο για να ειδοποιήσεις πως δεν θα πατήσεις σήμερα το έξω χώμα. Θ’ απαρνηθείς τους φίλους σου, θα φτιάξεις τον καφέ σου όπως τον φτιάχνεις κάθε μέρα και θ’ αναρωτηθείς πότε επιτέλους θα καθαρίσεις το σπίτι. Θα υποσχεθείς πως θα το κάνεις αλλά εντελώς αυτόματα θα σκεφτείς πως αυτή η ζωή ανήκει σε κάποιους άλλους. Ύστερα από δυο τσιγάρα θ’ αποφασίσεις πως δεν θες ν’ ακούσεις κανέναν τραγουδιστή καμία τραγουδίστρια, κανέναν θόρυβο, καμία ιστορία παρά μόνο τη δικιά σου. Δεν θ’ ανοίξεις την κουρτίνα της κουζίνας και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν θα σε νοιάξει τι γίνεται πέρα απ’ την εξώπορτα. Θα πας στο παλιό σου πικάπ, αυτό που σ’ έχει αντέξει τόσα χρόνια κι αυτό που ότι κι αν σου λένε οι γύρω σου ότι πρέπει να αλλάξεις εσύ πεισματικά δεν το κάνεις γιατί ήσουν πάντα συνδεδεμένος περισσότερο με τα πράγματα, παρά με τους ανθρώπους, αλλά στην τελική δεν συνδέθηκες με τίποτα και ποτέ σου παρά μονάχα με το τομάρι σου. Θα σε πιάσει μια γαμημένη θλίψη που πάντα σε πιάνει κάτι τέτοια πρωινά, θα σκεφτείς πως είσαι ήρωας ταινίας που πάντα πεθαίνει στο τέλος γιατί λατρεύεις το τραγικό όταν οι άλλοι δεν το αντέχουν. Θα ζητήσεις ν’ ακούσεις πιάνο και βιολί, ήρεμο, θανατικού χωρίς βαμβάκι, θα αναρωτηθείς πόσες τέτοιες στιγμές έχεις σκορπιστεί με τις Ώρες του Phillip Glass όταν φανταζόσυν εσένα αντί για την Βιρτζίνια Γουλφ να βάζει πέτρες στις τσέπες και να βουτάει στο ποτάμι. Θα θες ν’ ακούσεις πιάνο, πιάνο ενοχών, κλειδοκύμβαλο που το αίμα του πρωινού σου θα τό ‘χει σφάξει βιολί κι ένας στίχος που έλεγε κάποτε και δεν θα σου ξεκολήσει ποτέ απ’ το κεφάλι: «There is a man, playing a violin, and the strings are the nerves in his own arm». Δεν θα σου φύγει ποτέ αυτό, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα πρωινά κι αν δεις αίμα στο κρεβάτι σου, είτε από περίοδο κοριτσιού, είτε από το κεφάλι σου που έχει σωθεί κατά τύχη από μια ολική παράλυση, είτε από παρανυχίδες φαγωμένες στο τρέμουλο μιας ακατανόητης καινούριας μέρας. Βάζεις το δίσκο στο πικάπ κι ακούς τους πρώτους ήχους να έρχονται από εκατομύρια χρόνια πριν σαν του γεννησιμιού σου τη κλεψιά, του πρώτου ήχου, του πρώτου βιασμού που δέχθηκε το κάθε νεογέννητο και ύστερα σφαγιάστηκε στο φως της ασυδοσίας. Ο Μεγάλος Χωρισμός πριν τον Μεγάλο Ύπνο, οι γουλιές του καφέ σαν το χέρι τρέμει γιατί γνωρίζει πια πως όλα είναι προβλέψιμα, κενά, γεμάτα ραντεβού με σκιές, διαδρομές απ’ τον ένα κόσμο στον άλλο κι έναν τρόμο που ξεκινάει κάθε που χτυπάει το δάχτυλο στο πλήκτρο. Το αρχέγονο φως, το κρύο, η σάρκα που θέλει άλλη σάρκα και ύστερα να ξεκολήσει απ’ αυτήν αφού την έχει πρώτα σημαδέψει. Χιλιάδες μιάσματα που φτιάχνουν το ανθρώπινο είδος και μυξοκλαίνε όταν μένουν μόνα. Χιλιάδες κραυγές και τρέλες και ελάχιστες αλήθειες. Σε βλέπεις να βαδίζεις μες στο σπίτι και το μόνο που είναι αληθινό είναι το επόμενο βήμα, η διαδρομή απ’ τη σκάλα στη κρεβατοκάμαρη, η αλυσίδα στο καζανάκι του μπάνιου και το κουτάλι με ζάχαρη πάνω στο τραπέζι με τις ψίχες. Όλα αυτά σου φαίνονται αληθινά καθώς τα παίζει το πιάνο, καθώς τα χαιδεύει το βιολί καθώς τα κοιτάς και σε βλέπεις μέσα τους, καθώς νιώθεις πως δεν μπορείς ν’ αντέξεις σήμερα τον κόσμο και η μόνη σου επιλογή είναι το επόμενο τσιγάρο, το πέρασμα του ματιού σου στο νεροχύτη, το νερό στο μάτι που είναι απλά νερό, η σκόνη κάτω απ’ το τραπέζι και τα σκουπίδια έξω απ’ την πόρτα, η κατάθλιψη που ‘γινε πια καραμέλα κι ένα κινητό τηλέφωνο που είναι ο καλύτερος γιατρός μιας δεκαετίας για όλες τις άγριες ώρες προς αποφυγείν συναισθημάτων.
Λοιπόν, η ιστορία έχει ως εξής: ο Dustin J. O’Halloran, που κάποτε έφτιαχνε albums με την Sara Lov κάτω από την προμετωπίδα Devics και στα γεννοφάσκια αυτού του ιστολογίου είχαμε «γράψει» για έναν δίσκο τους που μια λάμπα φώτιζε κάτι, (σχεδόν πάντα κάτι), κυκλοφόρησε το τέταρτο προσωπικό του album με τίτλο Lumiere. Όλα τα παραπάνω είναι προσωπικές εμπειρίες, σκέψεις και συναισθήματα καθώς εδώ και κάμποσα πρωινά γυρνάει το βινύλιο γύρω γύρω και δίπλα από έναν ξεφτισμένο τοίχο κουζίνας κάθε πρωί που τα πατζούρια δεν ανοίγουν, το σώμα αντέχει πάντοτε περισσότερα απ’ την ψυχή και το πιάνο του Dustin θυμίζει, θυμίζει θυμίζει και ξαναθυμίζει ότι απλά θες να μην ξεχάσεις απ’ την ζωή σου…

…είπαν πως θα χιονίσει σήμερα…

…μακάρι…

Dustin O’Halloran site

Dustin O’Halloran myspace

FatCat records

by Arturo Bandini

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s