Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Πάνε χρόνια από τότε. Στην πλατεία Κοραή, πριν τα Starbucks, πριν τα απέναντι φεστιβάλ της Athens Voice και πριν τα μπουζούκια, το Παιδί Θαύμα των τότε κραταιών ZN παρέα με τον εκπεσόντα Βέβηλο των Βαβυλώνα της Freestyle των Active Member, τραγουδούσαν παρέα για τον εκλιπόντα Πυροβάτη, σε μια σύμπραξη των δύο άτυπων εγχώριων ακτών του ελληνικού hip hop.

Επικοινωνιακά μια τέτοια κίνηση είχε σημασία. Το κοινό διογκώνοταν, η FM records μες στην αντάρα παραλλήλως με το κατ’ ευφημισμόν ελληνικό ροκ, μοσχοπούλαγε, ο πειραιώτικος Atlantis FM δεν προλάβαινε να σηκώνει τηλέφωνα, η αναμόνη φούντωνε όλο και περισσότερο για το fanzine Carpe Diem και τις νέες εκδόσεις του Ιωσηφίδη για το «Χρώμα της Πόλης» στις εκδόσεις Οξύ. Ξερώ πως δε σας ενδιαφέρουν όλα αυτά, αλλά σας τα λέω γιατί κάποιοι υπήρξαν εκεί. Εκεί, όταν βλέπαμε τον σπουδαίο Seen να βάφει για το hip hop φεστιβάλ στο Θησείο, όταν ο Ice-T μιλούσε δεικτικά απευθυνόμενος προς την εγχώρια σκηνή απ’ τη σκηνή του Ρόδον, όταν ο Everlast των Deadlock ήταν στο πίσω δωμάτιο του δισκάδικου 7+7 στο Μοναστηράκι. Εκεί στην μαρουσιώτικη αμερικάνικη αγορά που δούλευε ο Woozy, στα bmx και τις organge fat κεφαλές για τα σπρέυ του Άρη στην Ανδριανού, στο ΑΝ και στο Ρόδον όταν το τιγκάρανε οι TXC και οι Active Member αντίστοιχα, όταν ο Dash αδερφός του MC Yinka τραγουδούσε με τις Παρεμβολές. Εκεί, έναν Ιούλιο εννιά χρόνια πριν, όταν τριγυρνούσα στη Σπάρτη με μια κάμερα για να αποθανατίσω το πρώτο φεστιβάλ της πόλης, όταν κάποιοι φίλοι στήσανε καμβάδες στην πλατεία, φωνάξανε τους FFC και μπάντες απ’ όλη την Ελλάδα, πετυχαίνοντας κάτι πρωτοφανές για μια τόσο μικρή και κλειστή κοινωνία. Να τραβήξουν την προσοχή. Ένας απ’ αυτούς επιμένει ως Anser των underground Flow Job.

Κι αν θέλετε μια σύντομη επισκόπηση, αυτό το «ήμουν εκεί» δεν αποσκοπεί στο να περιαυτολογήσω αλλά στο να σας πείσω πως όλα ήταν ένας μικρόκοσμος που ήξερες τι καπνό φουμάρει ο καθένας. Οι ZN υπήρξαν μια έξυπνη προσπάθεια εγχώριου gangsta rap αλλά ουδεμία σχέση έχουν με το free press credit που παίρνουν σήμερα. Το Παιδί Θαύμα πέταγε επιπόλαιες νεανικές μπαφοκεντρικές κορώνες, ο Εισβολέας των ΑΓ έφτασε να προμοτάρει την Cosmote, η Κυψέλη να παρουσιάζεται ως Bronx, την ίδια στιγμή που οι Terror X Crew περνούσαν απ’ το hardcore παρέα με τους Terminal Curve, στον «Έλληνα που έχεις συνηθίσει» και στις αρχαιοελληνικές διδαχές πλάι σε θεωρίες συνωμοσίας μεταξύ Λιακόπουλου και Άδωνη Γεωργιάδη. Οι Νέβμα αρέσκονταν στο να μεταπηδούν σε στρατόπεδα, κάτι που φάνηκε και στο παρόν με το όψιμο τακίμιασμα πλάι στο Family του Βουρλιώτη, μιας ιδιαίτερης περίπτωσης αντικατοπτρισμού της παρακμής της ελληνόφωνης rap κι ανθρώπου που δείχνει να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του.

Οι Active Member, εν μέσω μιας άχρονης διαμάχης με τους FFC περί πρωτοπορίας, ακολουθούσαν και ακολουθούν ένα δρόμο συμφωνίας κι ασυμφωνίας με πλήθος σκοτεινών ιστοριών για τη μουσική τους αξία -των samples από δεύτερο χέρι- και την συνειδησιακή τους στάση, τη στιγμή που οι δεύτεροι μαζί με τους Razastarr, ως οι πιο σημαντικές παρουσίες που πέρασαν ποτέ απ’ τη σκηνή, κράτησαν κάποιους πιστούς οπαδούς μέχρι και το μεταίχμιο μιας εποχής, όπου το ελληνικό hip hop κάηκε, μπήκε στην τηλεόραση και τα μπουζούκια, ώσπου να αναγεννηθεί μέσα απ’ τα ραδιοφωνικά hit και τα video clip όλων αυτών τύπων που κούρνιασαν κάτω απ’ τις φτερούγες των G.Through. Κάπως έτσι, σαν εκείνα τα παιδιά στο δημοτικό που έπειτα απ’ την καζούρα παίρνουν την εκδίκησή τους, ο Τάκης Στραβαλέξης παρέμεινε ζωντανός, ο Stavento, οι Professional Sinnerz, ο Stereo Mike και λοιποί αποτελούν την εικόνα της εγχώριας σκηνής. Δίχως αισθητική, στόχο, ταυτότητα, συνείδηση, κόντρα σε ότι γεννήθηκε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, πολλά χρόνια πριν πέσει στα bling-bling, τις γκόμενες και όλες αυτές τις αηδίες.

(Ακόμη όμως και σε περιπτώσεις όπου οι μνήμη ασθενεί και περνά στο ανεκδοτολογικό ντούκου, λησμονείται πως ένα συγκρότημα όπως τα Ημισκούμπρια, πολύ πριν τον κάθε σημαντικό Egon και Votel, αλλά και λογής λογής περιλάλητους, υπερψηφισμένους, εγχώριους, φανταστικούς διαδικτυακούς σαμπλεράδες που χαίρουν μιας αντιμετώπισης λες και έχουν πιάσει τον Shadow απ’ το λαρύγγι, εκείνο το χιουμοριστικό τρίο ήδη κατεργάζοταν τον Σπανό και τον Τουρνά.)

Οι όψιμοι λάτρεις του hip hop, ένθεν κι εντεύθεν, αρέσκονται και γοητεύονται από μια αγοραία αισθητική, χωρίς να εξετάζουν τα πρόσωπα παρά μόνο τα samples, παραβλέποντας την εγγενή έννοια της rap.  Πλάι στα κόκκινα χαλιά, τα χρυσαφικά, και την ghetto καπήλευση, στην αμερικανική rap κάποιοι mainstream και μη ακολουθούν τη δική τους ξεχωριστή πορεία, παραστρατώντας λιγότερο ή περισσότερο στο πλουτίστικο attitude. Ο Billy Danze ένα παιδί απ’ τις συμμορίες του Brooklyn, των M.O.P, που μόλις πήρε ένα sample των Foreigner έκανε το μπαμ, ο τυπικός φιγουρατζής Jim Jones απ’ το Harlem των zeroes και τους Diplomats, ο πολυγραφότατος και μοσχοπουλημένος  Ludacris, η σπουδαία σκεπτόμενη ήρεμη δύναμη με το προσωνύμιο Mos Def, η πάντα πιτσιρίκα Nicole Wray, ο σβέλτος Pharoahe Monch, ο βετεράνος πια Q Tip των πάλαι ποτέ A Tribe Called Quest και οι συνήθεις ύποπτοι Raekwon και RZA παρέα με την αδικοχαμένη φωνή του έτερου Wu Tang, Ol’ Dirty Bastard, βρέθηκαν υπό την επίβλεψη κατά πρώτο λόγο των Black Keys, και κατά δεύτερο του Damon Dash της Roc-A-Fella και του Joel Hamilton, για κάποιες ηχογραφήσεις που διήρκησαν μια εβδομάδα και τέσσερις ημέρες.

Μια σύμπραξη των blues των δύο λευκών και της rap των καλεσμένων τους, δίχως φανφάρες, ασήμια και χρυσάφια, γκόμενες κι επιδειξιομανία. Μιλώντας για την αφραγκία, για τα ghetto και κάθε λογής θεματική υπό ένα και μοναδικό πρίσμα. Νέτα σκέτα όπως οφείλει η rap. Όπως μιλούσαν τα blues.

By Loan Me a Dime…

Γεννημένος το 1964, υιοθετημένος. Μετακομίζει στην Georgia στα πέντε του, αγαπημένο του τραγούδι το Kaw-Ligaτου Hank Williams, ξεκινά να γράφει τραγούδια, ο παππούς του έπαιζε κάντρι κιθάρα κι έφτιαχνε κομμάτια καθώς η γιαγιά του φτιασίδωνε τους στίχους, αγαπημένο του τραγούδι το Garden Party του Rickie Nelson, ξεκινά να παίζει τρομπέτα στην ηλικία των εννιά, μέντοράς του ο Randy Edgar, αγαπημένα του τραγούδια τότε το Night the Lights went out in Georgia του Bobby Russell, το Delta Dawn τραγουδισμένο από την δεκατριάχρονη τότε κορίτσι θαύμα, Tanya Tucker καθώς και το The Night Chicago died των Βρετανών Paper Lace. Στην ηλικία των δεκατριών νιώθει την ανάγκη ν’ ακούσει rock n’ roll. Κατέβηκε στην πόλη με λίγα δολάρια στην τσέπη κι αγόρασε το Sgt. Peppers, μαζί μ’ αυτό κι ένα γιουκαλίλι. Ήταν δεκαπέντε χρονών. Έμαθε να παίζει τα τραγούδια των Beatles, του Leonard Cohen, του Bob Dylan. Ένα χρόνο αργότερα παίζει την τρομπέτα του σε μια μπάντα που κάνει μόνο διασκευές και όλοι είναι 15 χρόνια μεγαλύτεροί του. Το συγκρότημα λέγεται Sundance. Οι θετοί γονείς του τα Χριστούγεννα του 1980 του αγοράζουν μια κιθάρα για να λαγιάσουν τον πόνο του αφού είναι συγκλονισμένος από την δολοφονία του Lennon. Για πρώτη φορά τραγουδά πάνω στη σκηνή με τους Sundance και λέει το Whip It των Devo. Συνεχίζει να λυσσάει για την μουσική. Velvet Underground, King Crimson, γράφει κασέτες με δικά του τραγούδια, στα δεκαεφτά του «συναντά» τον Johnny Cash, και λίγο πριν την αποφοίτησή του όλη την φουρνιά του punk. Jam, Nick Lowe, Clash, Sex Pistols. Στο κολέγιο παίζει κιθάρα σε μια μπάντα που λεγόντουσαν Random Factor, είναι support σε άλλα κολεγιακά συγκροτήματα, απολύεται γιατί αρνείται να φορέσει ηλίθια πουκάμισα, ξεκινά καινούργια μπάντα παίζοντας πλήκτρα αυτή τη φορά σε industrial electronica ντουέτο. Το 1982 βλέπει τους Public Image Ltd, τον βρίσκει το αναθεματισμένο αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μένει ανάπηρος, δεν θα μπορεί πια να παίξει κιθάρα ή τρομπέτα όπως του λένε τότε οι γιατροί. Εκείνος καθηλωμένος γνωρίζει έναν ολόκληρο διαφορετικό κόσμο κατανόησης της μουσικής. Πουλάει την τρομπέτα και αγοράζει ένα synthesizer. Γράφει ανέστια και «άδεια» ποπ τραγούδια. Αρχίζει και πάλι μ’ ανείπωτο πείσμα να γρατζουνάει τις χορδές της κιθάρας του. Αγοράζει  και καταβροχθίζει ολόκληρες βιβλιοθήκες μοντέρνας ποίησης καθώς και κλασσικά λογοτεχνικά έργα. Steve Smith, Wallace Stevens, Kafka, The Great Gatsby, τον Φύλακα της Σίκαλης του Salenger και μια ζήση καινούργιας τέχνης μπαίνει μέσα του καθώς τα τραγούδια του λειτουργάνε σε μια ώριμη στροφή. Μετακομίζει στην Αθήνα της Georgia και διαβάζει Αγγλική λογοτεχνία. Πάνω στο από τότε δεύτερο σώμα του, το αναπηρικό καρότσι, μπαίνει για τα καλά σ’ έναν μποέμικο τρόπο ζωής. Κάποια βραδιά τραγουδά σ’ ένα πάρτι και η Deanna Varagona των Lambchop αφού τον ακούει του κλείνει για την επόμενη νύχτα μια συναυλία support. Ξαφνικά γίνεται σόλο τραγουδιστής ανοίγοντας live για τοπικά συγκροτήματα. Αγαπημένη του μπάντα είναι οι Roches. Ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Νέα Υόρκη. Χέρια και πόδια παραλύουν και μετά από άλλη μια εγχείρηση δεν μπορεί να παίξει κιθάρα. Έτσι λένε τουλάχιστον. Μαθαίνει ότι ο παππούς του πεθαίνει και συμμετέχει σε μια τοπική μπάντα που παίζει folk – rock με το όνομα La-di-das. Ακούει Butthole Surfers, Husker Du και πάει λέγοντας, παρατάει τους La-di-das, την φολκ μουσική της Georgia και την χορευτική κοινωνία. Γράφει το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο «Little» και είναι το 1990 καθώς πεθαίνει ο πατέρας του και φεύγει για Καλιφόρνια. Συναντά τους Harry Dean Stanton, Victoria Williams, Giant Sand, Bob Neuwirth, Van Dyke Parks καθώς και άλλους. Παντρεύεται την μέχρι τώρα σύζυγό του και μπασίστρια των δίσκων του Tina Chesnutt. Πεθαίνει η γιαγιά του όπου και είναι αφιερωμένο ένα τραγούδι στον στερνό του δίσκο. Κάνει περιοδεία και ανοίγει τις συναυλίες του Bob Mould, δισκογραφεί το «West of Rome», συνεχίζει περιοδείες με την Victoria Williams ανοίγει τα live των ξεχασμένων Soul Asylum και των θημημένων Goo Goo Dolls, ηχογραφεί το «Drunk» και πεθαίνει η μητέρα του. Μέσα σ’ έναν πανικό φτιάχνει τους Brute και γράφει μέσα στα χρόνια δυο δίσκους. Το Nine High a Pallet το 1995 και το Co-Balt εφτά χρόνια αργότερα. Όταν το ημερολόγιο δείχνει 1995 κάνει έναν από τους καλύτερους δίσκους της καριέρας του. Το Is the Actor Happy? είναι ένα από τα πιο αδικημένα άλμπουμ εκείνης της χρονιάς. Νυστέρια και πάλι στο κορμί του, αφόρητοι πόνοι, πολλά χάπια, πολύ αλκοόλ, κατάθλιψη και δημιουργία, ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει τα πάντα. Ευρωπαϊκή περιοδεία και βλέπει την Nina Simone ζωντανά, χαράζεται για πάντα μέσα του, συναντά την Joni Mitchell και νιώθει μια τεράστια γαλήνη. Κυκλοφορεί το «About to Choke» κι ένα χρόνο αργότερα τραγουδά με τον φίλο του Michael Stipe το συγκινητικό Injured Bird για το soundtrack της ταινίας The End of Violence. Ακολουθεί ο έκτος προσωπικός του δίσκος «The Salesman and Bernadette». Συναντά τον ποιητή στιχουργό, φιλμογράφο και άλλα πολλά, Kevin Coyne. Παίζουν μαζί βραδιές ολόκληρες και στα εγκαίνια της φετινής δεκαετίας που φεύγει σε λίγες μέρες βγάζει το  «Merriment». Μια χρονιά αργότερα το «Left to his Own Devices» και αφού πρώτα έχει πει μερικά τραγούδια για το soundtrack της ταινίας του Gary Hawkins, The Rough South of Larry Brown. Ακολουθούν χρόνια άκρως δημιουργικά, κάνει τις παραγωγές στα δυο πρώτα άλμπουμ της ανιψιάς του Liz Durett, ενώ συνεργάζεται και με τον μεγάλο μουσικό παραγωγό Hal Wilner υπεύθυνο για πολλά tribute albums μεταξύ αυτών και το στερνό Rogue’s Gallery: Pirate Ballads, Sea Songs, and Chanteys. Συμμετέχει στο επετειακό live για τα Trinity Sessions των Cowboy Junkies τραγουδώντας το Postcard Blues, ηχογραφεί τα Silver Lake και Ghetto Bells και εμφανίζεται στο γνωστό σώου του Craig Kilborn για την τηλεόραση του Cbs. Τα τελευταία τρία χρόνια της δεκαετίας βγάζει τις καλύτερες δουλειές της ζωής του. Μέσα στο ρημαδιασμένο Hotel2Tango της constellation records και θρονιασμένος για πάντα στην μοίρα του αντάμα με τους Silver Mount Zion, κυκλοφορεί το North Star Deserter το 2007 και λίγους μήνες πριν κλείσει η χρονιά, η δεκαετία και η ζωή του βγάζει το φετινό At the Cut αφού πρώτα είχε προλάβει να τραγουδήσει ίσως τα καλύτερα τραγούδια του Dark Night of the Soul στο project πόνημα του Dangermouse….

Μια ζωή σακατεμένος, καρφωμένο το σώμα του, σε μια αναθεματισμένη αναπηρική καρέκλα, μ’ εκείνον να το βάζει πείσμα να ξαναπιάσει κιθάρα, να πει τα τραγούδια του, να δημιουργήσει αυτό που μόνον εκείνος ήξερε. Η Patti Smith ένα βράδυ βρέθηκε στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Είπε πως ήταν ένα παιδί κι ένας γέροντας την ίδια ακριβώς στιγμή, ένας άνθρωπος παρών και απών. Παραμονή των Χριστουγέννων έπεσε σε κώμα μετά από υπερβολική κατανάλωση μυοχαλαρωτικών χαπιών. Οι πόνοι στο κορμί του ήταν ανυπόφοροι. Άφησε ένα σημείωμα να καλέσουν την φίλη του Kristin Hersh. Εκείνη ανακοίνωσε την απόπειρα αυτοκτονίας. Την ημέρα των Χριστουγέννων ο Vic Chesnutt άφησε την τελευταία του πνοή σ’ ένα νοσοκομείο μην νιώθοντας πόνο πια. Ένα σημείωμά του έγραφε για την γυναίκα του:

Tina Chesnutt needs all the love you can send her right now…

Τίποτε άλλο ΤΕΛΟΣ

Αντίο αγαπημένε Vic…ακόμη δεν μπορώ να σταματήσω τα δάκρυα για σένα…

by Arturo Bandini

Cars, Cars, Cars!!!

Super site το imcdb.org που όπως φανερώνει και η ονομασία του (Internet Movie Cars Database) ασχολείται με τα αυτοκίνητα στον κινηματογράφο. Ότι θέλετε να μάθετε για το θέμα βρίσκεται εδώ μιας και μπορείτε να  ψάξετε ανάλογα με την ταινία, τη μάρκα και το μοντέλο, την εποχή κλπ.
Ρίξτε μια ματιά στα δυο killer αμάξια του Bullitt που συμετείχαν στην περιβόητη σκηνή της καταδίωξης στους δρόμους του San Fransisco και ανακαλύψτε ένα σωρό συνειρμούς: Ford Mustang του ‘68 για τον παιδαρά Steve “The King of Cool” McQueen, Dodge Charger του ‘68 για τους κακούς. Dodge Charger όμως ήταν και ο General Lee των original Dukes. Απ’ την άλλη η Daisy οδηγούσε μια κίτρινη Plymouth Road Runner του ‘74 (στην άνωθεν φωτό η οπίσθια πανοραμική όψη της Daisy που προσπαθεί να μπει στη Road Runner της, απ’ το παράθυρο φυσικά). Plymouth αλλά Fury του ‘58 ήταν και η Christine του King αλλά στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν κάμποσες Plymouth Fury, Belvedere και Savoy και ο χορός δεν έχει τελειωμό.
Και βέβαια μην ξεχνάμε στην τελειότερη σκηνή αυτοκινητιστικής καταδίωξης στην ιστορία του σινεμά, απ’ το French Connection, όπου ο Popeye αρπάζει με το έτσι θέλω από έναν περαστικό μια Pontiac LeMans του ‘71 και κυνηγάει το τρένο στο οποίο επιβαίνει ο κακός.

posted by Vertigo

Christmas Carol vs Santa Carol…

Τίποτα καλύτερο απο μια σπιτική καρμπονάρα ( με αυγά, όχι με κρέμα γάλακτος που την κάνουν οι κανίβαλοι οι Έλληνες  οι ίδιοι που τρώνε την μακαρονάδα με το κουτάλι. Λες και θέλει τέχνη να στρίψεις καμια δεκαριά μακαρόνια σε ενα πιρούνι! Έχεις προσπαθήσει να κάνεις αποτρίχωση με ζεστό κερί??), 2 μπουκάλια χριστουγεννιάτικης coke cola, σοκολάτες, γλυκά ποπ κορν και τις καλυτερότερες ταινίες!!!

Μόνος στο σπίτι νο1, το Πάρτυ και το Born to be alive ( η δική μου version του Die Hard no4)!

Βirdie num num και Xρούντι παρέα με το γλυκό παιδάκι απο το Μονος στο σπίτι ( πριν γίνει πρεζοκατσίφλωρος). Τέλεια Χριστούγεννα!!!

Όμως θεωρώ πως πρέπει να απαγορευτεί το έθιμο με τα παιδάκια-σατάνια-λέω κάλαντα 7 τα ξημερώματα!!! Ας τα συγκεντρώσουμε στην πλατεία Χαλεπά και να τους ρίχνουμε με μανία κέρματα στις μούρες!

μαλακισμένα!

Και κάτι άλλο…

Η Mrs Rudess ανακάλυψε το παρακάτω βίδεο και οφείλω να το ανεβάσω. Κάπως έτσι πρέπει να γιορτάζονται τα Χριστούγεννα:

Καλά Χριστούγεννα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Βy Santa Carol is coming to town!!!!!

never let me go

Με μια πουά γραβάτα, το φαρδύ του σακάκι στον ώμο κι ένα λευκό αγγελικό πουκάμισο, ο γιος του βαπτιστή ιεροκήρυκα κατέβηκε στα παρασκήνια του City Auditorium του Χιούστον. Ήταν η νύχτα πριν τα Χριστούγεννα. Είχε τραγουδήσει μαζί με την Big Mama Thornton το “Yes Baby” ενώ μονάχος και κάπως πιωμένος, είπε δυο-τρία βαρύτονα δικά του χιτ. Στα καμαρίνια γέμισε πάλι το ποτήρι του, ανακαλώντας που και που τον πατέρα του, τις ημέρες που υπηρέτησε στον πόλεμο της Κορέας, την παρέα των B.B. King, Bobby Bland, Earl Forest και όλων αυτών των λεγόμενων Beale Streeters με τους οποίους τα είχε τακιμιάσει λίγα χρόνια πριν. Κοιτούσε πως στριφογύριζε το περίστροφο στον δείκτη του χεριού του, όταν σαν αναλαμπή άστραψε στο νου του, η προ πολλού απόρριψη τού Sam Philips. Νοστάλγησε το όνομά του, φέρνοντας το πιστόλι κάτω απ’ το σαγόνι του. Κλικ.

Στην άλλη πλευρά του τοίχου η Willa Mae Thornton υπέγραφε αυτόγραφα, κόσμος πολύς έμπαινε για να τη συγχαρεί, ανυπόμονος για την ώρα που αυτή κι ο Johnny θα ξαναέβγαιναν στη σκηνή. Άλλωστε είχε ήδη ξεσπάσει ο ενθουσιασμός για το “Pledging My Love” που λίγες εβδομάδες πριν είχε κυκλοφορήσει ο τελευταίος παρέα με την μπάντα του Johnny Otis για λογαριασμό της Duke Records. Την Duke του Don Robey, ψευδώνυμα γνωστού και ως Deadric Malone, του ανθρώπου που είχε συγχωνεύσει το πρωτύτερο label του, την εμβληματικά διάσημη για το “Hound Dog” Peacock, με την Duke του David Mattis, αλλά μέσα σε ένα χρόνο είχε προλάβει ήδη να πάρει τα ηνία της. Ο τελευταίος ήταν αυτός που ξετρύπωσε τον Johnny Ace, όμως ο Robey ήταν εκείνος που καταχρηστικά συμμετείχε στη δημιουργία του “Pledging My Love”, του βελούδινου κομματιού που θα ηχούσε χρόνια αργότερα μέσα απ’ τη θανατηφόρα κόκκινη Plymouth Fury με τ’ όνομα Christine. Του ύμνου για την παντοτινή αγάπη που θα συνόδευε τα χάσματα ενός καυγά στους Κακόφημους Δρόμους. Όμως εκείνο το βράδυ, ο Johnny δεν είχε προλάβει να το τραγουδήσει. Κοίταζε το ρόλοι στον τοίχο, επαιτώντας τη μοναδική του σφαίρα. Κλικ.

Παραμονή Χριστουγέννων. Ο Ace βγαίνει απ’ το καμαρίνι του και μερικά κορίτσια τον σταματούν για να τον φιλήσουν στα μάγουλα καθώς έμπαινε στο δωμάτιο που άλλαζε η Thornton. Ο B.B. King ήταν εκεί, η Mary Carter, ο Joe Hamilton, ο μπασίστας Curtis Tillman, κάποιοι φίλοι και τα μέλη της περιοδείας. Η Olivia Gibbs, το κορίτσι του εκείνη την εποχή, έκατσε στα γόνατά του. Ενόσω τα ποτά έρεαν, η παρέα δεν άργησε να καταλάβει πως ο Johnny έπαιζε με ένα μικροσκοπικό ρεβόλβερ. «Το αγόρασα στη Φλόριντα» αποκρίθηκε στην Big Mama, όταν εκείνη του ζήτησε να το δει. Γύρισε τη θαλάμη και παρά το γεγονός ότι ο Ace της το βούτηξε γρήγορα, πρόλαβε να δει πως υπήρχε μια σφαίρα. Τελείως στουπί πια, βάλθηκε να το κραδαίνει στα πρόσωπα της παρέας και να πατά τη σκανδάλη. Κλικ, κλικ, κλικ.

Η κομπανία άρχισε να του φωνάζει. Γελώντας, σημάδεψε τη Mary. Κλικ. Καθώς ταχτάριζε την Olivia στα πόδια του, έχωσε το 22αρι ανάμεσα στα μαλλιά της. Κλικ. Παρότι κι εκείνη ήταν εξίσου ζαλισμένη απ’ το ποτό, ξαφνιάστηκε. «Έλα μωρό μου. Μην τρελαίνεσαι!» της βροντοφώναξε ο Johnny και πέρασε το χέρι του κάτω απ’ τη φούστα της για να την καθησυχάσει με απανωτά γλυκά, μεθυσμένα τρεμάμενα, ηδονικά χάδια.«Επιτέλους! Θα σας δείξω πως κανείς δεν πρόκειται να πάθει τίποτα». Ένας εκκωφαντικός ήχος, κάθε άλλο παρά ένα κλικ, τράνταξε τα καμαρίνια.

Στα πλαίσια μιας άτυπης ρώσικης ρουλέτας, ένας ιδανικός αυτόχειρας, ο Johnny Ace, κάρφωσε σε ίλιγγο κινδύνου μια επιπόλαιη σφαίρα στο κεφάλι του. Ήταν 25 χρονών κι η ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου του 1954.

by Loan Me a Dime…

(Δημοσιεύτηκε για λογαριασμό της στήλης “High Infidelity”. Ποπ και Ροκ, τεύχ. 345, Δεκέμβριος 2009)

ps. Καλά Χριστούγεννα!

Ένα μουσικοποιητικό αφιέρωμα τυπωμένο σε φανταστικό βινύλιο από τον Saunterer και τον Arturo Bandini.


Μια νύχτα, μια οποιαδήποτε νύχτα, ένας μουσικός κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και είδε έναν ποιητή να του προστάζει λόγια. Μιαν άλλη νύχτα, μιαν οποιαδήποτε άλλη νύχτα, ένας ποιητής έγραψε δυο λογάκια στο χαρτί, τα φαντάστηκε να τα σιγοτραγουδάει κάποιος κ’ ύστερα απόστρεψε το κεφάλι βάζοντας το ποίημα στην κολότσεπη.

Ποιήματα που έγιναν τραγούδια, μουσικοί που διάβασαν τους στίχους κάποιων άλλων και σιγόπαιξαν στα χείλη τους μια μελωδία. Ποιητές που δίδαξαν στον μουσικό μια ιστορία και απ’ την ανάποδη. Ο Saunterer κι ο Arturo Bandini αφού πρώτα είδαν ότι άκουγαν και διάβαζαν τα ίδια πράγματα χωρίς να έχουν συναντηθεί ποτέ, αποφάσισαν να φτιάξουν ένα φανταστικό βινύλιο – συλλογή με ατόφια ποιήματα που μελοποιήθηκαν. Ο πρώτος πήρε την δεύτερη πλευρά κι ο δεύτερος την πρώτη!

Ladies and gents, ιδού το αποτέλεσμα!

A side by Arturo Bandini

A1: Jeff Buckley – Ulalume

(Ποίημα του Έδγαρ Άλαν Πόε)

Από το Tales of Edgar Allan Poe / Closed On Account of Rabies (1997)


Και προχωρήσαμε έτσι στην αλέα ώσπου μια πόρτα μας σταμάτησε ενός τάφου- κι είχε στολίδι η πόρτα επιγραφή. Κι είπα “Σαν τί να λέει, γλυκιά αδερφή, η επιγραφή στην πόρτα αυτή του τάφου;” Μου απάντησε “Ουλαλούμα-Ουλαλούμα” “της πεθαμένης Ουλαλούμας σου είναι ο τάφος!”

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν οι σκοταδιασμένες ιστορίες και ποιήματα του βρομιάρη  του Έδγαρ μελοποιημένες ή απαγγελμένες σε τούτο το διπλό άλμπουμ, ο Jeff Buckley βούτηξε στο ποτάμι του λύκου και πέρασε από τον ένα κόσμο στον άλλο με μια τελευταία βουτιά. Πρόλαβε και ηχογράφησε όμως ίσως το καλύτερο ποίημα του Poe με μονάχα μια απόκοσμη ερημική κιθάρα και μια αγγελική φωνή σε μια ξέρα χαμού που προμήνυε τη φεγγαράδα του δικού του θανάτου. Η κατάρα ήταν πάντα σιμά στους όμορφους ανθρώπους!

A2: Louis Tillett – Do not go gentle into that good night

(Ποίημα του Dylan Thomas)

Από το Letters To A Dream (1992)


Για ένα τραγούδι οι ατίθασοι, χτυπούν τον ήλιο στο φτερό / και το τραγούδι κάποτε θρήνος του ήλιου καταντά. / Όμως δεν πάνε αυτοί σιγά στο βράδυ το καλό.

Ήταν εκείνα τα γράμματα στο όνειρο χρόνια πριν όταν το πιάνο του Αυστραλού Tillett κύλαγε σαν τα καλύτερα πιοτά που είχε κατεβάσει το συκώτι του Dylan του Thomas και η  ερμηνεία της Ellen Stringer απίθωνε τους στίχους του μεγάλου ποιητή μέσα στο βράδυ το καλό που αντιστέκεται στους φωτός τον τελειωμό. Η φωνή της πανώρια και η ερμηνεία της ανατριχιαστική σαν του ποτού το σκότος που τόσο αγάπησε ο Ουαλός ετούτος ποιητής.

A3: Leonard Cohen – Villanelle For Our Time

(Ποίημα του Frank Scott)

Από το Dear Heather (2004)


Τον κόσμο οι άνθρωποι θα γνωρίσουν ξανά / Απ’ της καρδιάς την πικρή αναζήτηση,
Το έξυπνο αγαπήσαμε και το απλό / Αλλά τώρα, με χέρι πιο οξύ και με μυαλό
Αναδυόμαστε έναν ρόλο μεγαλύτερο για να παίξουμε

Ο μαύρος κόρακας που αναζήτησε κάποτε στο όρος Μπόλντι την αλήθεια και βρήκε του πόθου τη σοδειά. Ο Λεονάρδος ο Κοέν πέντε χρόνια πριν σε μια επιστροφή που ξενύχτησε σπίτια άγουρων εκκολαπτόμενων ποιητών και φτασμένων γερόλυκων πουλημένων άλλων αυτοαποκαλούμενων ποιητών. Ευγενής να χαιρετάει πάντοτε τις γυναίκες του κατεβάζοντας το καπέλο, πάντοτε μα πάντοτε ερωτικός ακόμα και στο γλυκό γέρμα της ζωής του. Ο ποιητής είναι ο σπουδαίος καναδός Frank Scott όπου πέρα από τις πολιτικές του βολές πρόλαβε κι έγραψε μερικά αξιέπαινα ποιητικά βιβλία! Ο τρόπος που ο Cohen απαγγέλλει την λέξη bitter, θαρρείς πως η πίκρα θα ‘χει για πάντα τον δικό της μουσικό.

A4: Chris Eckman – Who Will light your path

(Πεζό ποίημα του Dane Zajc)

Από το The Last Side Of the Mountain (2008)


Ποιος λοιπόν θα φωτίσει το μονοπάτι σου μες στη νύχτα

Όταν η νύχτα είναι γεμάτη ησυχία κι εσύ δεν αναγνωρίζεις

Μια βραδιά και σ’ ένα μπαρ κοντά στο κέντρο της Λιουμπλιάνα, ένας φίλος κάνει δώρο σ’ έναν άλλο φίλο μια συλλογή ποιημάτων ενός σλοβένου ποιητή ονόματι Dane Zajc. Ο άλλος φίλος λέγεται Chris Eckman και βρίσκει στην ποίηση του Zajc τραχιά συναισθήματα και καταστάσεις που κι ο ίδιος έχει ξεβγάλει με τις μουσικές του σε ανύχτωτες πανδαισίες. Ο ποιητής πεθαίνει και ο μουσικός αποφασίζει να τον μελοποιήσει. Ο ποιητής έχει ξεμπερδέψει πια με τη ζωή του μα ο μουσικός δεν καταφέρνει να ξεμπερδέψει ποτέ με τον ποιητή! Ένα φως ανάβει στην άκρη ενός σκοτεινού μονοπατιού! Ένα από τα καλύτερα τραγούδια – ποιήματα που έγραψε τα τελευταά χρόνια ο αγαπημένος Chris Eckman των ακόμα πιο πολύ αγαπημένων Walkabouts!

A5: Tom Waits – Nirvana

(Ποίημα του Charles Bukowski)

Από το Orphans (2007)


Ο Bukowski γράφει για μια Αμερική που το όνειρό σκουπίζει τον κώλο του με το σηκωμένο δεξί χέρι του αγάλματος της ελευθερίας. Σ’ ένα από τα ποιήματα του είπε μια ιστορία που τίποτα δεν συμβαίνει και τα πάντα έχουν νόημα. Ο Tom Waits πήρε βαθιές ανάσες, έβαλε ένα μουσικό αύπνωτο παιχνίδι από πίσω του και μια ερωτική ιστορία πέθανε πίσω απ’ τους λόφους στον ήχο μια μηχανής, στον ήχο απ’ τα λάστιχο, στον ήχο απ’ το χιόνι!

B Side by Saunterer

B1: Phil Shoenfelt and the Southern Cross – A dialogue between the soul and the body

(Ποίημα του Andrew Marvell)

Από το Dead flowers for Alice 1999


Είναι τα 1999 και ο Shoenfelt μετράει 3-4 χρόνια που έχει εγκατασταθεί στην Πράγα.

Δεν ξέρω αν η ατμόσφαιρα της αυτής της πόλης έπαιξε κάποιο ρόλο στο να επιλέξει να μελοποιήσει αυτό το ποίημα του «μεταφυσικού ποιητή» Andrew Marvell, φαντάζει πολύ φυσιολογική πάντως η εικόνα του Shoenfelt ένα χειμωνιάτικο σούρουπο να περπατάει στον πάλαι ποτέ δρόμο των αλχημιστών και  να σιγομουρμουρίζει την μελωδία που θα γίνει το σάουντρακ αυτής της μέχρις εσχάτων μάχης ανάμεσα στην σάρκα και το πνεύμα.

Μια φοβερή μελοποίηση σε έναν από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους.

B2: Bela Karoli – Some things that fly there be

(Ποίημα της Emily Dickinson)

Από το Furnished Rooms 2007


Η εύθραυστη ψυχή της Dickinson που στοιχειώνει ακόμη μέσα από την ποίηση της, δεν θα μπορούσε ίσως να βρει καταλληλότερη και πιο όμορφη μουσική και ερμηνεία από αυτήν που της επιφύλαξαν οι τούτες εδώ οι δεσποινίδες από το Denver. Brigid McAuliffe στο ακορντεόν, Carrie Beeder βιολί, και η Julie Davis στο κοντραμπάσο και στην φωνή. Ένα λιτό μικρό αριστούργημα εμπνευσμένο από ένα όμοιό του.

B3: Mecano – Untitled

(Ποίημα του Vladimir Mayakovsky)

Από το The Half Inch Universe 1996


Εδώ ίσως να κλέβω λίγο μιας και ο Bandini έχει βάλει απαράβατο όρο την μελοποίηση ολόκληρου του ποιήματος, από το άλλη όμως αυτό το κομμάτι του τελευταίου ανολοκλήρωτου ποιήματος του Mayakovski, πριν να βάλει το πιστόλι στο κεφάλι έτσι όπως το αποδίδουν οι Mecano δεν μπορεί να μείνει απ’ έξω. Κρίμα που προσπάθησαν κάτι αντίστοιχο και σε κάποιο ποίημα του φίλου του Mayakovsky, και επίσης αυτόχειρα Sergei Yesenin

Μάλλον το πιο γνωστό της Β πλευράς, και σίγουρα το καλύτερο τραγούδι αυτής.

Περισσότερα για τους Mecano φρόντισε να μας μάθει η Lazy Dog, όσο για τον Mayakovski…η δύναμή του λόγου του είναι παρούσα κάθε φορά που σηκώνεις το κεφάλι και κοιτάς τα σύννεφα με παντελόνια.

B4: In the Nursery – Byzantium

(Ποίημα του William Butler Yeats)

Από το Anatomy for a poet 1994


Στις αρχές του 20ου αιώνα ο William B. Yeats οραματίστηκε ένα ταξίδι στο Βυζάντιο αναζητώντας μέσα από υπερβατικές εικόνες την δική του πνευματική αλήθεια.

Έξι δεκαετίες αργότερα οι In the nursery σε ένα άλμπουμ από μόνο του ένα ποίημα το έντυσαν με την μουσική τους. Αμέσως μετά στον δίσκο ακολουθεί η ελεγεία του Seventh Seal, και τα δύο στην σειρά μια ενδοσκοπική βουτιά στο εσώτερο διάστημα.

B5: Jackie Leven – Stopped by woods on a snowy evening

(Ποίημα του Robert Frost)

Από το Creatures of light and darkness 2001


Το αγαπημένο μου ποίημα του Robert Frost τραγουδημένο από τον orphan drug Jackie Leven που συνεχίζει να πηγαίνει κόντρα στον κακότυχο άνεμο της ζωής του, κοιτώντας μόνο τον δρόμο μπροστά. Μια ακουστική κιθάρα, ένα ντέφι και η φωνή του Leven:

The woods are lovely, dark and deep.

But I have promises to keep,

And miles to go before I sleep,

And miles to go before I sleep.

Για το τέλος ο ποιητής αυτοπροσώπως «τραγουδάει» το πόνημά του με την συνοδεία της συμφωνικής ορχήστρας του NBC σε μουσική Frank Denning. Απόλυτη σιγή παρακαλώ να ακούσουμε τον παππού.

B6: William S. Burroughs – A thanksgiving prayer (To John  Dillinger and hope he is still alive. Thanksgiving Day November 28 1986)

Από το Dead city radio 1990


Thanks for the wild turkey and
the passenger pigeons, destined
to be shat out through wholesome
American guts.

Thanks for a continent to despoil
and poison.

Thanks for Indians to provide a
modicum of challenge and
danger.

Thanks for vast herds of bison to
kill and skin leaving the
carcasses to rot.

Thanks for bounties on wolves
and coyotes.

Thanks for the American dream,
To vulgarize and to falsify until
the bare lies shine through.

Thanks for the KKK.

For nigger-killin’ lawmen,
feelin’ their notches.

For decent church-goin’ women,
with their mean, pinched, bitter,
evil faces.

Thanks for “Kill a Queer for
Christ” stickers.

Thanks for laboratory AIDS.

Thanks for Prohibition and the
war against drugs.

Thanks for a country where
nobody’s allowed to mind the
own business.

Thanks for a nation of finks.

Yes, thanks for all the
memories– all right let’s see
your arms!

You always were a headache and
you always were a bore.

Thanks for the last and greatest
betrayal of the last and greatest
of human dreams.

Bonus track στην CD έκδοση J

Klaus Schulze – Geork Trakl

Από το X 1978


Αυτό δεν είναι κάποιο μελοποιημένο ποίημα, μα ένα κομμάτι αφιέρωση του Schulze στον Αυστριακό ποιητή Geork Trakl που έβαλε τέλος στην ζωή του τέτοιες μέρες, στις 3 Νοέμβρη πριν από 95 χρόνια. Έτσι, γιατί μέσα από τα ποιήματά του τον θυμόμαστε. (Θα βρεθεί άραγε ποτέ κανείς να μελοποιήσει το Nachtlied, έτσι όπως θα άρμοζε σε στίχους σαν το τελευταίο τρίστιχο του?)  « Ήσυχοι εσείς καθρέφτες της αλήθειας, στους φιλντισένιους κροτάφους του έρημου άνδρα,  προβάλει έκπτωτων αγγέλων η ανταύγεια»

The end

Πολυφορεμένο το κυκλικό σχήμα ως ένα απ’ τα τερτίπια δόμησης της λογοτεχνικής αφήγησης, περιλάλητες κι οι θεωρίες κυκλικότητας όσον αφορά τη ροή της ζωής και τις déjà vu αυταπάτες. Το κενό, ένα μηδενικό τρόπον τινά κυκλικό που είθισται να ομφαλοσκοπεί στην ίδια του τη φύση, είτε ως παρατεταμένη ανάπαυλα είτε ως αδυναμία εξέλιξης, έφτασε να απεικονιστεί και αριθμητικώς ως εποχή. Η γενιά των zeros, όσοι δηλαδή σήμερα βρίσκονται λίγο πολύ κοντά στους 22 Μάηδες, ανάμεσα σε όλα όσα την χαρακτηρίζουν, απαντά και στην απουσία μιας συνειδητής συλλογικότητας. Όσον αφορά δε τη μουσική, κανείς δε θα διαφωνήσει πως στα πλαίσια ενός γενικότερου ελλείμματος μουσικού ενδιαφέροντος, είναι σχεδόν ιδιοτροπία να πληρώνει κάποιος για να την αποκτήσει. Στους καιρούς λοιπόν που ο ακτιβισμός του τσάμπα δικαιολογείται υπό κάθε συνθήκη και οι ψηφιακές «κατεβασιές» δίνουν και παίρνουν, η καμπυλότητα των πραγμάτων δείχνει πως στο βάθος του ορίζοντα, και προς το παρόν μίλια μακριά, κάποιοι επιστρέφουν σε μια πιο προσωπική σχέση με τα ηχητικά σύμπαντα που φυλάσσονται σε αυτά τα μαύρα κυκλικά αντικείμενα. Επειδή όμως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την τσαπατσούλικη διεκπεραίωση του πατήματος ενός κουμπιού, μια στιγμή να τουμπάρω το δίσκο στο πλατό…

Όνειρα Από Βινύλιο

Ψάχνω ανάμεσα σε παλιοκαιρισμένες ράχες για να βρω αυτόν που ζητώ. Τον τραβάω απ’ την ντάνα του, χαζεύω για λίγο το «δαχτυλίδι» στο εξώφυλλο και νιώθω κάπως αλαφροΐσκιωτα υπερήφανος για τον κωδικό του. Πιάνω το βουρτσάκι με ερωτική ευλάβεια και καθαρίζω τα αυλάκια για να φρεσκάρω τις δονήσεις που θα μετατραπούν σε ηλεκτρικό σήμα. Ρίχνω τη βελόνα, νιώθοντας μια μικρή ανατριχίλα μιας κι υπ’ ευθύνη μου θα αρχίσει η ετικέτα να γυρίζει δεξιόστροφα. Εκείνη τη στιγμή, μικροί ή μεγαλύτεροι φανταστικοί προβολείς κοιτούν προς το πικάπ, κι ένα απλό πλαστικό τροφοδοτεί το ζωτικό πάθος που με τον καιρό μετουσιώνεται ως ταυτότητα, ως εγγενές στοιχείο της ίδιας μου της ύπαρξης. Όλα αυτά τα συναισθήματα είναι σχετικά κοινά σε όλους τους Ρομπ Γκόρντον αυτού του κόσμου, είναι οι στιγμές που ταυτίζουν γενιές και κόσμους συνειδησιακά αδελφικούς, είναι καθετί που πηγάζοντας από ένα εύκαμπτο δωδεκάιντσο γίνεται έναυσμα, αναφορά και υλικό της προσωπικής μας μυθοπλασίας. Ένα υλικό ονείρων που πάνε πια δεκαετίες απ’ την ρηξικέλευθη εφεύρεσή του.

Ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘30, η RCA Victor αντικαθιστώντας με βινύλιο το λεγόμενο shellac, ένα υλικό που λαμβάνεται από την έκκριση ενός νοτιοανατολικού ασιατικού σκαθαριού σε συνδυασμό με μια ένωση βαμβακιού, κονιοποιημένη πλάκα και μια μικρή ποσότητα λιπαντικού κεριών, πέταξε στην αγορά τα πρώτα 12” που έτρεχαν στις 33⅓ στροφές. Οι καιροί δεν είχαν ακόμη ωριμάσει κι έτσι βρέθηκε αντιμέτωπη με την αποτυχία μιας κι οι εξοπλισμοί αναπαραγωγής ήχου δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστοι ούτε και προσιτοί για το ευρύ κοινό. Θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1949 για την δική της καινοτόμο στιγμή που θα ήταν τα 7ιντσα 45αρια, τα καταφύγια κάθε pop επιτυχίας για τα επόμενα χρόνια. Ένα χρόνο νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1948, η ομάδα της Columbia με ιθύνοντα νου τον Peter Carl Goldmark, ύστερα από αρκετές ασκήσεις βελτιώσεων, τη χρονική παράταση στα 23 περίπου λεπτά ανά πλευρά και ένα κόστος εργασιών της τάξεως των 250,000 δολαρίων, παρουσίασε σε μια ενθουσιώδη συνέντευξη τύπου στο Waldorf-Astoria Hotel της Νέας Υόρκης, τους πρώτους δίσκους βινυλίου.

Από τότε έχουν μεσολαβήσει κάμποσα χρόνια και πολλές κομβικές αλλαγές στην ιστορία του. Τα γραμμάρια αυξήθηκαν, το ανακυκλωμένο πλαστικό πάχυνε και λέπτυνε, η ακουστική πιστότητα τελειοποιήθηκε, το PVC μαύρισε από άνθρακα κι ήρθαν και τα χρώματα κι οι εικόνες στην επιφάνειά του. Πούλησε εκατομμύρια, μπήκε σε κούτες, εταιρίες ταυτίστηκαν με τη σκονισμένη μυρωδιά του, ταξίδεψε με στερεοφωνικά και μονοφωνικά καράβια αλλά προπάντων αποτύπωσε ελαφρότητες και αριστουργήματα, συνυφασμένο με αυτόν που μέχρι και την προηγούμενη γενιά γνώριζαν ως βασικό πρόξενο μουσικού πολιτισμού της ανθρωπότητας. Και λέω μέχρι την περασμένη γενιά, μιας κι όταν τον Οκτώβρη του 1982, λίγο πριν κατακλύσει και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεπρόβαλλε στην Ιαπωνία ένα υπεργαλαξιακό σουβέρ ονόματι cd, σήμανε η στιγμή που θα στιγμάτιζε τους επόμενους χρόνους. Έπειτα, απ’ το 1985 που ανήκε στους Dire Straits και τις ενός εκατομμυρίου πωλήσεις του “Brothers In Arms”, ήταν δεδομένο πως το κόστος παραγωγής του lp ήταν πια μεγάλο. Ο κόσμος έπρεπε να συμφιλιωθεί με το γεγονός πως ένα format που ποτέ δεν ξεπεράστηκε απ’ το κοινό του, επιλέχθηκε να καταργηθεί απ’ τις ίδιες τις εταιρίες. Τι κι αν τα αυτιά άκουγαν, και σας βεβαιώ ακόμη ακούν, αναλογικά, η ψηφιακή συμπίεση είτο το νέο μονόδρομο κοσκινάκι.

Σύγχρονοι Εκσκαφείς Μιας Παλιάς Γοητείας

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα της IKEA αποστείρωσης, των lcd οθονών, της καθημερινότητας που μετριέται σε 1 και 0. Σ’ έναν καιρό όπου μαστίζεται από μια καθολική υποχώρηση στην αντιμετώπιση της μουσικής ως τέχνη, η επίμονη επιλογή των δίσκων βινυλίου ενέχει έναν ιδεολογικό πυρήνα ως πράξη.

Και για να μην παρεξηγηθώ για ελιτίστικες τάσεις, εξηγούμαι. Κάθε βινυλιοφάγος, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχει τα ίδια κουσούρια και τις ίδιες ακατανόητες εμμονές κατά τη διάρκεια μιας ακρόασης σαν κι αυτή που σας περιέγραψα νωρίτερα. Έχει παρόμοια, σχεδόν μηχανιστική, συμπεριφορά ως εξερευνητής-αγοραστής, όταν βρίσκεται σ’ ένα δισκοπωλείο. Εκεί που οι κόρες των ματιών του θα διασταλούν όσο δεν πάει όταν εντοπίσει έναν προαιώνιο θησαυρό, εκεί που το προσωπικό του σύμπαν θα καταρρεύσει συθέμελα άμα τη αφίξει μιας φρέσκιας επανέκδοσης. Κι όταν έντρομος συνειδητοποιήσει πως η τσέπη του αποδεικνύεται κατώτερη του αντίτιμου, θα καταχωνιάσει στα κρυφά το αντικείμενο του πόθου, πίσω-πίσω στο ράφι, σε άλλο είδος και σε μπερδεμένη σειρά, για να μην το προλάβει κάποιος άλλος, έως ότου να επιστρέψει. Ακόμη κι αν αποδειχθεί εκ νέου, πως αυτή η κίνηση έχει πια επαναληφθεί τόσες φορές. Μια αναβολή ως πρόσχημα για επιστροφή στην αθωότητα, όμοια με το αμήχανο φλερτάρισμα των εφηβικών χρόνων, συνυφασμένη απόλυτα με τα σαράκια που περιδιαβαίνουν τον ανδρικό, και κάποιες λιγότερες τον γυναικείο, ψυχισμό και σχετίζονται με τα τραγούδια που διαβάζει η βελόνα στα αυλάκια.

Η διαφορά ενός φέρελπι νεοεισερχόμενου στο σπορ, την εποχή του myspace, του last fm και λοιπών mp3 αχθοφόρων, έγκειται στο εξής. Το βινύλιο ισούται με απολύτως συνειδητή επιλογή, άπαξ βέβαια κι αποτελεί συνήθεια κι όχι τουριστική ανάπαυλα μεσούσης μπόλικων κατεβασιών και της αγοράς τεσσάρων cd ανά σχολική χρονιά. Όσων προγενέστερων οι ζωές ακολούθησαν την βινυλιακή παραφροσύνη, συνέβη μιας κι ενασχόληση τους με τη μουσική συγχρονίστηκε με τον δίσκο ως επικρατέστερο φορέα μουσικής, ως εν ολίγοις το μοναδικό υπάρχον προϊόν αποτύπωσης ηχητικών έργων. Τα πράγματα σήμερα, κυλούν αλλιώς. Ένας πιτσιρικάς εκκινά από ένα είδος φαντασιακού μιμητισμού, χάρη σε ένα βιβλίο, ένα φιλμ, ένα μεγαλύτερο μέντορα-φίλο που τον ξεστραβώνει κι έτσι η έννοια δίσκος γίνεται λέξη γνωστή. Στα πρώτα μπουσουλήματα, είναι γεγονός πως τα κορίτσια δε μένουν ασυγκίνητα από τη γοητεία ενός κάπως περιέργου τύπου που στην τσάντα του φυλά ‘80s δισκάκια. Στην πορεία προκύπτει ένα είδος πρώιμης κοινωνικής διαφοροποίησης που είναι κυρίως εμφανής μεταξύ ακραίων περιπτώσεων, όσων όταν ακούν τον όρο «δίσκος» περιορίζονται στην αναφορά των επίπεδων επιφανειών που χρησιμεύουν για το σερβίρισμα, και των συνηθέστερων που με την ελευθεριάζουσα διαλεκτική του «δεν έχει σημασία το υλικό. Η μουσική είναι ελεύθερη και τσάμπα για όλους» δεν πολυσκοτίζονται με τέτοιου είδους υλιστικές συμπεριφορές. Τα πράγματα μετά σοβαρεύουν για όσους παύουν, χάριν της νεορετρό και μποέμικης μοδός, να είναι όψιμοι diggers κι ετερόφωτες ρέπλικες του Cameron Crowe, όπως αυτός απέδιδε τον εαυτό του στο φιλμ “Almost Famous”. Στο εγγύς μέλλον, θα ομοιάζουν περισσότερο με τον Seymour, εκείνον τον τύπο που υποδύονταν ο Steve Buscemi στο φιλμ “Ghost World”, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο για τις προσωπικές του ανασφάλειες και τους απροσμέτρητους φόβους του στα jazz και στα blues δισκάκια

Προκύπτει μια ασυναίσθητη διακύμανση μεταξύ mint και vg+ στον από εδώ και πέρα βίο. Οι δίσκοι αρχίζουν να επιβεβαιώνουν ότι κάποια πράγματα οφείλεται να αγοράζονται, απεικονίζουν στη θέα του εξωφύλλού τους την ολότητα μιας καλλιτεχνικής κατάθεσης κι αποτυπώνουν το σκεπτικό πως αποτελούν ένα συνολικό έργο τέχνης. Η ψηφιακή καθίζηση ελαχιστοποιεί τους κατανοούντες και τους συνομήλικους ομοϊδεάτες, κάτι που δεν έχει καμία σημασία όταν ο ζεστός ήχος που βγαίνει απ’ τα ηχεία γίνεται λημέρι διαφυγής, μοναδικό απάγκιο, μελλοντικό φρούριο.

Συγκυρία Αναβίωσης ή Οριστική Διάσωση απ’ τη Λήθη?

Τον Ιούνιο που μας πέρασε, το περιοδικό Rolling Stone δημοσίευσε ένα κείμενο που ξεκινούσε με την επίσκεψη ενός δεκαεννιάχρονου σε ένα δισκάδικο. Αφορμή το γεγονός πως οι πωλήσεις του βινυλίου για το 2007 αυξήθηκαν σε σχέση με το περασμένο έτος, ενώ αναμένεται να διπλασιαστούν τη χρονιά που διανύουμε σε σχέση με το 2006 αν αναλογιστεί κανείς πως στο πρώτο μισό της η αύξηση έχει φτάσει στο 77 %. Το ίδιο ισχύει, βάση επίσημων στοιχείων, και για τις πωλήσεις των πικάπ, τη στιγμή που οι ίδιοι οι άνθρωποι που επιμένουν στη βινυλιακή βιομηχανία, βλέπουν τις τιμές του πετρελαίου να ανεβαίνουν στα ύψη, κάτι που επιβαρύνει και το κόστος παραγωγής των δίσκων αλλά και τη διανομή τους ανά τον κόσμο. Είναι κοινά παραδεκτό, πως το βινύλιο κοστίζει για τις εταιρίες, απαιτεί χωροταξική άνεση και γενικά, σύμφωνα με τετριμμένα κριτήρια, είναι ασύμφορο για τη σημερινή συγκεχυμένη υπεραπλούστευση των πάντων. Μολονότι η στυλιζαρισμένη φύση των ηχογραφήσεων που υπαγορεύει υψηλή ένταση και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμπίεση κι αφαίρεση περιττών συχνοτήτων, δε διαφοροποιεί ηχητικώς το αποτέλεσμα ανεξαρτήτως format, οι βινυλιακές κυκλοφορίες σε μεγάλα ή μικρά labels πληθαίνουν, ορφανές, gatefold ή με εσώκλειστα cd και κουπονο-mp3 δολώματα. Έστω και σαν φετιχιστικές αυταπάτες, σα μια πλασματική νοσταλγία μιας αλλοτινής εποχής. Όπως και να έχει, πολλοί είναι αυτοί που ήδη οικτίρουν μια καταραμένη μετακόμιση που κρίθηκε σημαντικότερη από τη συλλογή μπόλικων ρυτιδιασμένων εξωφύλλων.

Ως φαίνεται, 60 χρόνια μετά τον πρώτο δίσκο που είδε το φως του κόσμου, επικρατεί μια κυκλική νομοτέλεια σε όσους ταξινομούν τη ζωή τους σε συλλεκτικά ξεσκαρταρίσματα που λάμπουν από κόπο, προσπάθεια και ψάξιμο. Κανονικοί άνθρωποι που ανοίγουν τα μάτια κάποιο πρωί, ανικανοποίητοι κι ευτυχισμένοι ανάμεσα σ’ ένα σκασμό από δίσκους, αναλογιζόμενοι τις μπόλικες λύπες και τις κάποιες θριαμβευτικές χαρές, παραβλέποντας γρατζουνιές και στατικό ηλεκτρισμό. Μαχόμενοι πιστά την ενηλικίωση, αυτοί που μέσα σε κιτρινισμένα εσώφυλλα φυλάνε τα θεμέλια της ζωής τους.

(Δημοσιεύτηκε για λογαριασμό του πρώτου τεύχος επανασύστασης του Ποπ και Ροκ. Τεύχ. 337, Δεκέμβιος 2008)

Santa Carol vs Santa Claus…

All I want for Christmas is:

Αγαπητέ Santa Claus (Claus είναι ο Βασίλης στα αγγλικά),

Φέτος τα Χριστούγεννα θέλω να μου φέρεις πολλά πραγματα!!! Πέρσι τα Χριστούγεννα δεν ζήτησα τίποτα γιατί όλα τα μαγαzιά ήταν καμμένα. Φέτος, τα θέλω όλα!!! Γι’ αυτό σου έκανα λίστα με αυτά που επιθυμώ.

Αααα, ήμουν καλό κορίτσι φέτος!

1) Θέλω το χρυσό ρολόι που χάρισε το Rock&Roll Circus στον Dude Abides. Εγώ δεν κέρδισα τίποτα και τα έχω με τον Ζήκο του μαγαζιού!

2) Θέλω να ρωτήσεις τον Bob Dylan γιατί έβγαλε δίσκο με χριστουγεννιάτικα και δεν έβγαλε τραγούδια για το Hanukkah???

3) Θέλω να μετατρέψεις τους κακούς ανθρώπους σε μηχανές αποτρίχωσης μυτών και να τις δώσεις σε κάτι γνωστούς μου.

4) Θέλω να τα φτιάξω με την Beyonce, να αποκτήσω το σώμα της και τον κομμωτή της γιατί ο δικός μου με έκανε σαν μεθυσμένη Κλεο-πάρτα!

5) Θέλω να μου φέρεις ένα πικ απ για να φτιάχνω ωραία βάζα. Γιατί κρέπες φτιάχνει άλλη.

6) Θέλω να πεις σε όλους οτι ψάχνω δουλειά. Ακόμα..

7) Θέλω να φέρεις την ποπ και πάλι στην μόδα. Για να μπορώ να ακούω την Μαραια Καρει και την Μπρίτνει χωρίς τύψεις.

8) Θέλω να φέρεις παγκόσμια ειρήνη και να σταματήσεις την περίοδο στις γυναίκες.

9) Θέλω να πεις στον μπαμπά μου οτι έχω δει το “120 μέρες στα Σόδομα”. Χωρίς την αδειά του.. Και να του πεις οτι θα δώ και τα Γκρέμλινς φέτος..

10) Θέλω να πείσεις όλους τους ανθρώπους να διαβάζουν τα κειμενά μου. Και να τους πείσεις να πληρώνουν για να τα διαβάσουν.

Τέλος, θέλω να μου γράψετε όλοι εσεις που ενημερώνεστε απο αυτό το μπλόγκ, τις επιθυμίες σας αυτά τα Χριστούγεννα και θα του τα μεταφέρω…

Βy Santa Carol vs Santa Claus…………

Πολλές φορές είναι εύκολο. Κάθε Παρασκευή. Εδώ δεν είναι. Γιατί εδώ δεν υπάρχει η φιλοσοφία του one night stand. Αν επρόκειτο για one nigh stand , κάθε Παρασκευή και από 20 “αξιοπρεπέστατες” γραμμές θα γέμιζαν. Όχι. Είναι θέμα καύλας. Δόξα τω Θεώ.

Και έτσι όπως έβγαινες από το σπίτι σου , κάτι ένιωσες. Σα να ήξερες τι θα συμβεί μετά. Μα δεν το πολυσκέφτηκες. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί. Εσύ απλά έπαιξες τον ρόλο σου , τελικά. Αν το είχες σκεφτεί λιγάκι , ίσως και να ήσουν καλύτερα. Αλλά , αν , τελικά , οι αποφάσεις έχουν ήδη παρθεί ποιο το νόημα? Και εδώ αυτοσχεδιάζεις.

Οι Triffids αρχηγέ…οι Triffids!!!

Ήταν 6 Νοεμβρίου 1987. Ο κόσμος είχε γεμίσει το ιστορικό Ρόδον, στα επίσημα “εγκαίνιά” του. Γύρω στις 11 το βράδυ, ένας ψηλόλιγνος νεαρός από την Αυστραλία μας είπε καλησπέρα, με εκείνη την χαρακτηριστικά ζεστή φωνή του, ενώ οι υπόλοιποι μουσικοί που αποτελούσαν τους Triffids έπαιρναν τις θέσεις τους γύρω από εκείνον. Αμέσως μετά, οι πρώτες νότες του “Wide Open Road” πλημμύρισαν τον χώρο και τις καρδιές των παρευρισκόμενων…

Πέρασαν πάνω από δύο δεκαετίες από τότε. Πλέον, μπορούμε μόνο να υποθέσουμε πως θα αντιμετώπιζε ο David Mc Comb την πρόσφατη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τους Triffids, της σπουδαίας μπάντας που αποτέλεσε το βασικότερο και πιο κραταιό όχημα έκφρασης για τον ίδιο και την διαχρονική μουσική του, η οποία παραμένει μοναδικά όμορφη, ζωντανή και επίκαιρη. Η απώλειά του – τραγικά νωρίς, στις αρχές του 1999 – έγινε αισθητή όχι μόνο από τους φίλους και τον αδελφό του στο συγκρότημα, αλλά και από θαυμαστές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το 2006, στο Hasselt του Βελγίου, οι εναπομείναντες Triffids πείστηκαν να παρουσιάσουν ζωντανά τα τραγούδια του David Mc Comb για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια. Την ώρα που βρίσκονταν στη σκηνή και άκουγαν αυτά τα τραγούδια να ξετυλίγονται, το ένα πίσω από το άλλο, σαν μία τέλεια σειρά από κύματα, συνειδητοποίησαν πως ο καλύτερος τρόπος για να θυμούνται και να γιορτάζουν τη ζωή του φίλου τους είναι μέσα από τη μουσική του.

Το τρίωρο show “A Secret In The Shape Of A Song” / The Triffids and Friends play the songs of David Mc Comb παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Festival του Sydney, το 2008. Την Παρασκευή 23 Απριλίου 2010, θα έχουμε τη χαρά να το υποδεχτούμε στο Gagarin 205 Live Music Space, όπου οι Triffids και οι εκλεκτοί φίλοι τους μας προσκαλούν σε μια μοναδική συναυλία / γιορτή της υπέροχης μουσικής του Mc Comb, η οποία θα συνοδεύεται από προβολές που επιμελείται το ίδιο το group. Θα είναι μια μεγάλη και μακριά βραδιά που κανείς δεν θα θέλει να τελειώσει!

To line-up θα περιλαμβάνει όλα τα εναπομείναντα μέλη της μπάντας – Robert Mc Comb, Martyn P Casey (νυν μέλος των Bad Seeds του Nick Cave), Alsy Mc Donald, Graham Lee, Jill Birt – το τετραμελές συγκρότημα των Blackeyed Susans (στο οποίο συμμετέχει ο Phil Kakulas, ιδρυτικό μέλος των Triffids) και μια σειρά από guest τραγουδιστές και μουσικούς, όπως ο μεγάλος Mick Harvey (Birthday Party, Bad Seeds, Crime & The City Solution), ο Rob Snarski, η Melanie Oxley, ο Chris Abrahams (μέλος των Necks) και ο Ricky Maymi (μέλος των Brian Jonestown Massacre). Σύντομα, θα ανακοινωθούν τα ονόματα δύο ακόμα special guests! Συνολικά, μιλάμε για ένα… all-star σχήμα της Αυστραλέζικης σκηνής (και όχι μόνο), αποτελούμενο από 15 άτομα!

Στη διάρκεια του show θα ακουστούν σχεδόν όλα τα τραγούδια που έγραψε ο David McComb και τα οποία κατέστησαν τους Triffids ως ένα από τα σπουδαιότερα, αλλά και πιο αγαπητά στο Ελληνικό κοινό, συγκροτήματα της δεκαετίας του ‘80. “Red Pony”, “Hell Of A Summer”, “My Baby Thinks She’s A Train”, “Wide Open Road”, “Personal Things”, “Tarrilup Bridge”, “The Seabirds”, “Raining Pleasure”, “Bright Light Big City”, “Field Of Glass”, “Born Sandy Devotional”, “In The Pines”, “Kathy Knows”, “Bury Me Deep In Love, “Trick Of The Light”, “Blinder By The Hour”, “Falling Over You”, “Goodbye Little Boy” και άλλα πολλά, προερχόμενα από τα πέντε υπέροχα albums που πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν (“Treeless Plain” / 1983, “Born Sandy Devotional” / 1986, “In The Pines” / 1986, “Calenture” / 1987, “The Black Swan” / 1989) αλλά και από extended plays, όπως τα “Raining Pleasure” και “Field Of Glass”.

Όλα τα προαναφερθέντα (μαζί με την θαυμάσια συλλογή “Beautiful Waste And Other Stories” / 2008) επανακυκλοφόρησαν, από το 2006 και μετά, σε εμπλουτισμένες re-mastered εκδόσεις, από την ανεξάρτητη δισκογραφική Domino Records, κάνοντας τους γνωστούς σε μία νέα γενιά μουσικόφιλων, η οποία ίσως αγνοούσε, μέχρι πρότινος, την ύπαρξή τους.

Παράλληλα, το συγκρότημα άρχισε να δραστηριοποιείται ξανά πραγματοποιώντας λίγες επιλεγμένες συναυλίες στην Αυστραλία, αλλά και ορισμένες ακόμα χώρες. Έτσι, θα έχουμε την ευτυχία να τους ξαναδούμε στα μέρη μας – παρότι οι τελευταίες τους αναμνήσεις από την Αθήνα, στο επεισοδιακό ανοιχτό Φεστιβάλ του Δήμου Αθηναίων τον Σεπτέμβριο του 1988, στο Πεδίο του Άρεως, δεν ήταν και οι καλύτερες (κι ας τους έσωσε τελικά ο Χρήστος Δασκαλόπουλος, όπως οι ίδιοι διηγήθηκαν μετά στο New Musical Express) – και στη σκηνή του ανακαινισμένου Gagarin 205, ενός ακόμα χώρου που γράφει τη δική του ιστορία στα συναυλιακά δρώμενα της Αθήνας, εδώ και περίπου οχτώ χρόνια.

www.thetriffids.com
www.myspace.com/thetriffids

Όμως, οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ. Η “παρέα” του 1987 θα επιστρέψει πλήρης αφού σε αυτή θα συμμετέχει και το Ελληνικό συγκρότημα που είχε ανοίξει εκείνη την πρώτη συναυλία τους στο Ρόδον (αν και στην πραγματικότητα είχε ανοίξει, έστω και ανεπίσημα, το ίδιο το club μία βραδιά νωρίτερα), οι εξαιρετικοί Yeah! του Γιάννη Ντρενογιάννη (Anti Troppau Council, Libido Blume), της Χρύσας Πανταζή και του Τάκη Γιαννούτσου!

Η μπάντα είχε ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του ‘87 και μέχρι το ‘93, όταν αποφάσισαν να διακόψουν τις ζωντανές εμφανίσεις τους, πρόλαβε να κυκλοφορήσει δύο θαυμάσια albums (“Yeah!” / 1988, Ano Kato Records, “Festival” / 1992, MBI). Μέσα στα επόμενα χρόνια, συμμετείχαν με κάποια τραγούδια τους σε συλλογές (χαρακτηριστική η διασκευή τους στο “Policy Of Truth” για το “A Greek Tribute To Depeche Mode” της Klik Records, to 2004).

Από το 2005, αμέσως μετά την εμφάνισή τους στις “Last Days Of Rodon” συναυλίες (μαζί με τους Stranglers), δοκιμάζουν και πάλι τις δυνάμεις τους με πρόβες, αλλά και νέα κομμάτια. Τον περασμένο Αύγουστο ανέβηκαν ξανά στη σκηνή, σε μια συναυλία μνήμης για τον μουσικό Νίκο Δόικα, στη Ζήρεια. Η επιστροφή τους αποτελεί μία από τις καλύτερες ειδήσεις για την εγχώρια rock’n'roll σκηνή!

http://yeah-gr.blogspot.com

www.myspace.com/yeah-festival

Οι πόρτες θα ανοίξουν στις 21:00 και τα εισιτήρια κοστίζουν 30 ευρώ. Να σημειωθεί ότι θα υπάρχει ένας περιορισμένος αριθμός καθισμάτων μπροστά στη σκηνή. Η προπώληση θα ξεκινήσει με τη νέα χρονιά, στο Ticket House (Πανεπιστημίου 42 / τηλ. 210 3608366) και το www.ticketpro.gr.

Η παράσταση ” A Secret In The Shape Of A Song” πρωτο-παρουσιάστηκε από το Sydney Festival, το 2008.

Συγκίνηση κύριοι…τίποτε άλλο! Θα ‘μαστε εκεί!

για την αντιγραφή του δελτίου τύπου…

Arturo Bandini

Older Posts »