Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Midlake…The Courage of Others (Bella Union)

Θυμήσου τ’ άγουρα απογεύματα που σηκωνόσουν με μια πιθανότητα απ’ το κρεβάτι ψάχνοντας τα λιγοστά βινύλια που λάγιαζαν στο προσκεφάλι σου έτοιμα να μπουν στο αίμα και στα κόκαλά σου. Θυμήσου τις μακροβιότερες νύχτες της περασμένης σου ζωής καθώς σε ξημέρωναν με το Who Knows Where the Time Goes? και την Μπαλάντα του Εύκολου Καβαλάρη από το Unhalfbricking των Fairport Convention. Θυμήσου λοιπόν την πρώτη φορά που σου ‘δωσε ένας φίλος με μακριά μαλλιά ν’ ακούσεις το Reflections του Μάνου Χατζιδάκι σε κασέτα κι εσύ μόρφασες γιατί ήσουν άγριο αγόρι και είχες μπλεγμένα τα πράγματα στο κεφάλι σου. Λοιπόν θυμήσου κάτι παρελθοντικές μουσικές δεκαετίες που δεν γέρασαν ποτέ οι αυλακιές τους στο πιο όμορφο format που εφευρέθηκε ποτές και θυμήσου για το τέλος το αιώνιο κλισέ που λέει πως τα πιο απλά πράγματα στην μουσική ήταν πάντα και τα πιο όμορφα!

Δυο χρόνια πριν η Bella Union κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ των Fleet Foxes και όλοι παθαίνουν παράκρουση. Για έναν δίσκο με καλές στιγμές και σ’ ένα είδος που έχει αφήσει παρακαταθήκη καλύτερες δουλειές από την συγκεκριμένη, η Americana folk rock σκηνή και οι πένες της στήνουν πανηγύρι. Τα μεγάλα λόγια βέβαια τα τελευταία χρόνια στον μουσικό τύπο και διαδίκτυο είναι περισσότερα από τους πραγματικά καλούς δίσκους και όσοι έχουν ακούσει μουσική στη ζωή τους, κρίνουν και καταλαβαίνουν. Τι τα θες όμως, η κουβέντα είναι τεράστια, η γραφικότητα πολύ κοντά και η επανάληψη τώρα πια δεδομένη.

Αν μέσα σ’ ένα δωμάτιο έπαιζες ένα παιχνίδι με τους μουσικόφιλους συνδαιτυμόνες σου και ο καθείς έβαζε ένα άλμπουμ για να μαντέψει ο άλλος ποια μουσική δεκαετία κυκλοφόρησε, είναι σίγουρο πως στον στερνό δίσκο των Midlake όλοι θα έχαναν. Το ημερολόγιο γράφει 2010 και το The Courage of Others ακούγεται σαν κάποιο χαμένο δίσκο αρχών δεκαετίας του ’70 από μυστήριο συγκρότημα που τα στοιχεία λείπουν από παντού. Όλα αυτά συμβαίνουν διότι οι δυο προκάτοχοί του δεν μονιάζουν μαζί του πουθενά. Η μπάντα έχει κυκλοφορήσει, το Bamnan and Slivercork που ήταν σχεδόν ανούσιο και το The Trials of Van Occupanther, ένα πολύ κακό για τα λίγα. Ολάκερη η ατμόσφαιρά του στερνού τους πια, Κουράγιο των Άλλων, απλοποιεί σε αφοπλιστικό βαθμό τα πράγματα. Σε μπάζει σ’ ένα δωμάτιο που ο Nick Drake ψάχνει την μπάντα του, η Judy Dyble ( – ποια είναι η Judy Dyble μίστερ? – ψάξε και λίγο αγόρι μου) τον καλό της κάπου σε μια λεωφόρο εκεί που όλα είναι απίθανα, και σ’ ένα δάσος μέσα του βαθιά τα γινάτια λαμπυρίζουν δίπλα από μια φωτιά όπου τα μάτια ξαφρίζουν όλα τα ασύμφορα ερωτήματα. Είναι όλη αυτή η ζεστασιά που περικλείει τον δίσκο, όλα εκείνα τα γνώριμα μουσικά πράγματα που θέλεις και πάλι να τα φιλήσεις στο στόμα ακόμα κι αν ξέρεις πως η έκπληξη έχει πια χαθεί. Είναι σαν να αγγίζεις ένα σώμα που είχες χρόνια να αγγίξεις μονάχα που είναι πια λίγο πιο γέρικο και καθοριστικό. Ξέρεις μετά τον έρωτα έρχεται πάντα η αγάπη και αυτή είναι που μετράει αρκεί να έχεις δοκιμάσει στα πιο απίθανα σημεία μαζί της. Με τους Midlake δεν είχα ποτέ έρωτα και πάνω απ’ όλα ποτέ αγάπη. Δεν ενδιαφέρθηκα να ακούσω ποτέ τον τελευταίο τους δίσκο πριν από κάποιον άλλον, έχω χεσμένο το hype και όλα αυτά που αναλύουν κάτι που δεν αναλύεται. Γράφω για τούτον το δίσκο σαν να γράφω σε μια παλιά ερωμένη. Γράφω για τα τραγούδια του, για την ανάσα του. Γράφω σαν να με θωπεύει μια αρχαία αγκαλιά. Μυρίζω ακόμη το στόμα της, θυμάμαι ακόμη πως έκανα έρωτα μαζί της, μου χαϊδεύει το κεφάλι λέγοντάς μου τα δικά της. Και είμαι εκεί να την ακούσω, ν’ ακούσω τούτα τα λογάκια που είναι μουσικοποιημένα σε έναν αξέχαστα γνώριμο δρόμο. Τι, κι αν σου πω πως είναι το πρώτο γαμημένα καλό άλμπουμ της χρονιάς, τι κι αν σου πω πως είναι απλά ένας εξαιρετικός δίσκος χωρίς υπόγειες φανφάρες και κόλπα που δεν με πιάνουν πια. Εγώ σου λέω απλά να θυμηθείς…

Θυμήσου λοιπόν πόσους φολκ ροκ αμερικάνα δίσκους έχεις ακούσει την τελευταία δεκαετία που να ακούγονται απ’ την αρχή ως το τέλος χωρίς να διαφύγεις από κάποιο τους τραγούδι. Θυμήσου τις άγουρες στιγμές της μέρας που έψαχνες για κάτι καινούργιο και το καινούργιο δεν ερχόταν ποτέ. Θυμήσου πως υπήρξαν οι έρωτες που έγιναν αγάπη και η μουσική ήταν πάντα γυναίκα. Λοιπόν θυμήσου πως η αυτολατρεία θα σε κατατρέχει, τα πάντα θα επαναλαμβάνονται, οι μουσικές θα είναι εδώ και χρόνια πάντα οι ίδιες, ενώ οι συνθέσεις θα είναι αυτές που θα αξίζουν. Μην μου ζητήσεις να σου πω το αγαπημένο μου κομμάτι από τον συγκεκριμένο δίσκο γιατί δεν υπάρχει, τον ακούω απ’ την αρχή ως το τέλος χωρίς σταματημό…αν θες να διαβάσεις κάτι άλλο πήγαινε απλά κάπου αλλού…απλά θυμήσου…είναι ο μόνος τρόπος να γυρίσεις πίσω εκεί που η δισκοθήκη σου έχει μαντάτα για σένα…αν έχεις φυσικά… όχι μαντάτα…δισκοθήκη.

Midlake site

Midlake myspace

by Arturo Bandini

Μέχρι πρότινος αγνοούσα το πως μια μαύρη βαρύτονη φωνή αποτελεί ευθύ παραλληλισμό για έτερα στεντόρια κάλλη στο γυναικείο θυμικό. Σκέψου ένα κορίτσι με τέτοιο νου να βρισκόταν στην Αμερική όταν οι πρώτοι σκλάβοι έφτασαν εκεί και άρχισαν να τραγουδούν στους αγρούς…

Θα έλεγε κανείς πως τα φωνητικά γκρουπ των τριών έως έξι φωνών ξεκίνησαν ως δήλωση ύπαρξης κατά τα καταναγκαστικά έργα έως ότου να πάρουν μια μορφή όπου είτε θα τραγουδούσαν gospel, είτε θα το έριχναν στο jive πιάνοντας το μαύρο ακροατήριο όπως έκαναν οι Ink Spots στις πρώτες μέρες τους, είτε θα το γύριζαν στην “pop” όπως έκαναν και οι παραπάνω για να πιάσουν και τους λευκούς.

Το 1945, ο Jimmy Ricks είχε φέρει ήδη τη μπάσα φωνή του απ’ τη Φλόριντα στο Μανχάτταν. Γνώρισε τον Warren Suttles, βαρύτονος στην όψη και στη φωνή, και ακούγοντας τους Delta Rhythm Boys αποφάσισε πως πρέπει να δοθεί περισσότερη έμφαση στον μπροστάρη βαρύτονο. Απευθύνθηκε σε ένα γραφείο ατζέντηδων για να του βρουν δύο τενόρους. Με τους Leonard Puzey και Ollie Jones έγραψαν έξι κομμάτια για την Hub Records, με το “Lullaby” να γίνεται χιτ στη Βαλτιμόρη. Λίγο αργότερα, ο φαλτσέτος τενόρος Maithe Marshall αντικατέστησε τον Jones. Οι Howard Biggs και Bill Sanford χρίστηκαν υπεύθυνοι για τα κομμάτια. Στα χρόνια των πρώτων doo wop ημερών, οι Ravens ήταν γεγονός.

Βρέθηκαν στην National και μόλις με τη δεύτερή τους ηχογράφηση, μια εκτέλεση στο “Old Man River”, πούλησαν ένα εκατομμύριο μονάχα στο Harlem. Ήταν ήδη περιζήτητοι. Αν και τυπικά επέζησαν μέχρι το 1957, περνώντας απ’ τις Columbia, Okeh, Mercury, Argo και Jubilee, μπόλικος κόσμος αντικατέστησε κατά καιρούς τη σύνθεσή τους. Στη θέση του “Birdland” Suttles πέρασαν οι Joe Medlin, Richard Cannon, Louis Heyward, Louis Frazier και James Van Loan. O Marshall αντικαταστάθηκε μια και καλή απ’ τον Joe Van Loan, ο Puzey έμεινε μέχι το ’51, όταν ανέλαβε ο James Stewart, ο οποίος έφυγε με τη σειρά του για χάρη του Paul Van Loan το ’56. Ακόμη κι ο Ricks έχασε για λίγο τη θέση του απ’ τον Tommie Evans, και τελικά απ’ τον “Boots” Bowers. Είχε βέβαια προλάβει να δώσει ένα στίγμα που χρόνια μετά ο Melvin Franklin των Temptations θα βρόντιζε να κοπιάρει.

Πολλοί, σε μια άτυπη μάχη με τους Orioles, τους εναποθέτουν μεγάλες ευθύνες για τα πρώτα λιθαράκια στη μορφοποίηση του r&b, κι αν κάποιος μπορούσε να ακούσει τούτη τη συλλογή της Savoy με τις μπαλάντες, τα άτυπα blues και τις κλασσικές τους doo wop ερμηνείες, θα καταλάβαινε το γιατί.

The Hole In The Boat

Οι Ιρλανδοί λένε ότι ο σωστός Ιρλανδός ή θα πάει από βόμβα ή από κίρρωση του ήπατος. Ο παλιόφιλος Jerry Fish (πραγματικό όνομα Gerard Whelan) δεν ξέρω από τι θα πάει πάντως το σίγουρο είναι ότι ότι θα συνεχίζει να κοπηλατεί μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του Mudbug Club των οποίων ηγείται εδώ και κοντά μια δεκαετία. Στα 00ς άφησε για πάντα πίσω του τη δυναμική, αλλά μάλλον επίπεδη, pop των An Emotional Fish των 90ς για ήχους πιο πολύχρωμους, γοητευτικούς και αισθαντικούς. Πρώτο άλμπουμ το Be Yourself του 2002 και επιστροφή πέρυσι με το ακόμα καλύτερο The Beautiful Untrue. Το εκπληκτικό The Hole In The Boat που ανοίγει αυτό το δεύτερο άλμπουμ ήταν ένα απ’ τα πιο feel good τραγούδια της χρονιάς που πέρασε (κάτι σαν τον Willy DeVille να τραγουδάει με τη φωνή του Tom Waits και να τον συνοδεύουν οι Calexico) με ένα φοβερό video στο οποίο ο Jerry δίνει ρέστα σε ντουέτο μαζί με την επίσης Ιρλανδή Imelda May (που είναι παίδαρος) κινηματογραφημένο στον εσωτερικό χώρο του Rock of Cashel στα παλίσια του φεστιβάλ για την ημέρα του Αγίου Πατρικίου (βοήθειά μας). Δεν μπορεί να μη σου φτιάξει τη μέρα αυτός ο φοβερός, τυπικά ιρλανδέζικος, στίχος του ρεφραίν: everybody know the ship is sinking/there’s a hole in the boat/but still we row.
Αφιερωμένο στη δικιά μας Santa Carol με την ευχή η βαριεστημένη εβδομάδα της να δώσει τη θέση της σε μια ενδιαφέρουσα Δευτέρα.

Έτσι είναι και μια ευκαιρία να θυμηθούμε και το φοβερό  Celebrate των An Emotional Fish απ’ το πρώτο τους ομώνυμο άλμπουμ του 1990 (ένα τραγούδι που άκουγα του σκοτωμού εκείνη την εποχή).

posted by Vertigo

Boring Week…

Η αλήθεια είναι οτι αυτή την εβδομάδα, δεν είχα όρεξη να ακούσω καθόλου μουσική. Σαν να βαρέθηκα τα ίδια πράγματα.. Προσπάθησα να ακούσω την καλή κυρία Clara Rockmore με αυτό το Τheremin, αλλά ένιωθα λίμες να ακονίζουν τους τεράστιους κυνοδοντές μου. Μα καλά, να βγάζεις μουσική αγγίζοντας προσεκτικά τον αέρα? ? ? Ναι, ναι, ξέρω είναι αυτά τα μεταλλικά που κάνουν κάτι αντιδράσεις με τις συχνότητες κτλ κτλ κτλ… Πιάσε καμια φλογέρα καλύτερα! Ζητώ συγνώμη απο τους λάτρεις αυτού του οργάνου αλλά ακούγεται σαν να πλένει τα πιάτα ο Ντοναλντ Ντακ!

Βέβαια, η καλύτερη στιγμή της εβδομάδας ήταν όταν ένα γνωστός ηθοποιός με πέρασε για μια Μαρία, ρωτώντας με αν είμαι καλά και φυσικά απάντησα… Πάντα ως Μαρία…

Aαα, και οτι την Τσικνοπέμπτη έφαγα burgers…

Φοβάμαι τα παιδάκια… Και ειδικά αυτά που πάιζουν μουσική:

Λατρεύω τα σκυλάκια… Ειδικά αυτά που γελάνε (0:33):

Λατρεύω πολύ τα σκυλάκια… Ειδικά αυτά που κάνουν απίστευτα πράγματα όπως:

Γενικά βαριέμαι την ζωή μου… Αλλά δεν συμβαίνει αυτό κάποιες φορές?

Ακόμα και τα πιο άνεργα-δημιουργικά-όμορφα άτομα το παθαίνουν μερικές φορές…

So what???

By Gelo Santa Carol……

The train kept a Rollin’ (all night long)

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι ιθαγενείς ινδιάνοι της Αμερικής αλλά και οι παράνομοι φυγάδες της Δύσης θεωρούσαν τα τραίνα σαν μια σατανική μηχανή, την εμπροσθοφυλακή του μισητού «πολιτισμού»  που μέσα από τις ράγες ερχόταν κατά πάνω τους να τους ισοπεδώσει. Πράγμα που έγινε τελικά.

Από τότε το τραίνο σαν σύμβολο φυγής κυρίως, αλλά και οι σταθμοί του σαν ιδανικό σκηνικό αποχαιρετισμού –και ανταμώματος λιγότερο- πέρασε μέσα στην λαϊκή μυθοπλασία, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, και φυσικά την μουσική. Τα τραγούδια που με τον έναν η τον άλλον τρόπο σχετίζονται με αυτό κυριολεκτικά αμέτρητα, με την πρωτιά να την καταλαμβάνει άνετα ο ΟΣΕ των Στεϊτς, και τον Johnny Cash να δείχνει τι δουλειά θα προτιμούσε να κάνει αν δεν ήταν μουσικός. Μηχανοδηγός σε τραίνο φυσικά όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς με μια πρόχειρη ματιά στο βικιπίντια, όπου μέχρι την στιγμή που βαρέθηκα να μετράω είχε ήδη 20 τραινοτράγουδα!!!

Τα τελευταία χρόνια μπορεί να παρουσιάζει μια κάμψη στις προτιμήσεις των απανταχού μοντέρνων μουσικών, παραγκωνισμένο κι αυτό με την σειρά του από την τεχνολογία του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, αλλά και πάλι δεν είναι λίγοι οι παλιομοδίτες που προτιμούν τις ράγες του.

Σαν τέτοιοι ο Bandini και ο Saunterer, σε ρόλο μηχανοδηγών, μάζεψαν από 12 (όσα και οι Απόστολοι!!!) αγαπημένα τους τραινοτράγουδα να φτιάξουν λέει ένα διπλό βινύλιο-αμαξοστοιχία.

Ο πρώτος θα σας τα πει στον επίλογο, όσο για μένα, να φταίνε τα πολλά καουμπόικα που έβλεπα μικρός, η ο Kerouac, ο Steinbeck, και το Underground του Mario Mafi, με τις ιστορίες για τον Woody Guthrie τους Hobo και τους Beatnik που διάβασα λίγο αργότερα?

Να φταίει ο Jarmusch, ο καρβουνιάρης για την Αθήνα την δεκαετία του 80, η διαδρομή του Hyacinth House από την ανάποδη, τα Βαλκανικά τραίνα, η αυτά της Γερμανίας?

Ότι και να είναι, έχω να δηλώσω ότι μ αρέσει να ακολουθώ τις γραμμές…τις γραμμές να ακολουθώ.

1 – Clay AllisonFreight Train (V.A. – Don’t shoot 1983)

Για την εισαγωγή ένα τραγούδι από τις αρχές του περασμένου αιώνα, γραμμένο κάπου στις αρχές του 1900 από την  Elizabeth Cotten, και πολυτραγουδισμένο όλα αυτά τα χρόνια. Εδώ διασκευασμένο σε μια πρώιμη ηχογράφηση από ένα group που πείρε το όνομα του από τον θρυλικό πιστολά Robert Clay Allison, λίγο πριν αποφασίσει να το αλλάξει σε…Opal. Είναι φυσικά  «ο θηλυκός Syd Barrett» Kendra Smith μαζί με τον πρώην σημαιοφόρο στην παρέλαση της βροχής, κύριο David Roback, που λίγα χρόνια αργότερα θα γινόταν περισσότερο γνωστός με την νέα του μούσα Hope Sandoval και τους Mazzy Star.

Μαζί με το Bed in the road των Danny and Dusty τα πιο αγαπημένα κομμάτια εκείνης της ιστορικής συλλογής.

Ακουστική κιθάρα, φυσαρμόνικα, και η Kendra τραγουδάει:

When I die, oh bury me deep/ Down at the end of old Chestnut Street/ So I can hear old Number Nine/ As she comes rolling by…

2 – Elvis Presley – Mystery train (The Sun Collection 1988)

Βασισμένο στο παλιό folk Worried man blues που ηχογράφησαν πρώτοι οι Carter Family, το Mystery Train των Junior Parker και Sam Philips, στοίχειωσε με την φωνή του Elvis την Pop και Rock μουσική για πάντα. Κυκλοφόρησε πρώτη φορά σαν b-side του I forgot to remember to forget το 1955, και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείψει από καμία παρόμοια συλλογή. Αυτός ο βασιλιάς δεν χρειάζεται περισσότερα λόγια και κολακείες.

3 – The Yardbirds – The train kept a Rollin (Having a rave up 1965)

Η φυσαρμόνικα σφυρίζει και το τραίνο με την ωραία κυρία συνεπιβάτη αρχίζει την δαιμονισμένη κούρσα του στις ράγες, all night long. Ακόμη μια διασκευή σε παλιό τραγούδι, που όμως μ αυτή του την εκτέλεση από τους Yardbirds με την φωνή σχεδόν δίχως ανάσα και την κιθάρα του Jeff Beck να καθοδηγεί, έκλεισε πρόωρα τον κύκλο του, μιας και είναι απλά αξεπέραστη. Εξαιρετικά αφιερωμένο σε όσους νομίζουν ότι το punk γεννήθηκε το 1977, η ακόμη και το 1969 με τους Stooges.

Μεταμορφωμένο ως Stroll on αποτελεί μέχρι σήμερα μια από τις κορυφαίες rock n roll κινηματογραφικές σκηνές στο Blow up του Antonioni.

4 – The Morlocks – One way ticket (Emerge 1985)

Παραγωγή παράδειγμα προς αποφυγήν για κάθε συγκρότημα που θα ήθελε να έχει κάποιες πιθανότητες επιτυχίας, κιθάρες που βαβουριάζουν ασύστολα σε ρυθμό «χτυπάω με μανία το κεφάλι μου στον τοίχο», τύμπανα από ιεροτελεστία Voodoo, και τα κλασικά ποντικίσια φωνητικά του Leighton με τα απολαυστικά ουρλιαχτά του, σ’ αυτήν την χωρίς επιστροφή κατάδυση στο black and hairy υπόγειο . Είναι το τελευταίο τραγούδι του Emerge του καλύτερου garage punk δίσκου των 80’s.

5 – Giant Sand – Love like a train (The Love songs 1988)

Εδώ ο έρωτας χτυπάει τον Howe Gelb με την δύναμη ενός τραίνου και το αποτέλεσμα είναι αυτό το υπέροχο τραγούδι. Ανήκει στην ίδια κατηγορία με τα υπόλοιπα αιώνια άσματα ασμάτων των Giant Sand σαν το Valley of rain το October Anywhere το Barrio το Thin line man, και στα σημεία που η κιθάρα φανκίζει σηκώνεσαι πάνω και χορεύεις σαν σπαστικός θες δε θες. Στο τέλος το τρένο παίρνει φόρα και…απογειώνεται….

6 – Serpent PowerEndless Tunnel (Serpent Power 1967)

Η εφιαλτική αναζήτηση του τελικού προορισμού μέσα στο ατελείωτο τούνελ που έχει μπει αυτό το ψυχεδελικό τρένο, σε 13 λεπτά ολοκληρωτικού freak out.

Bad trip και μελοποιημένη ποίηση του ηγέτη των Serpent Power David Meltzer (που μετέφρασε θαυμάσια ο Κοντογούρης σε κείνη την ψυχεδελική ανθολογία του), με ένα οργιαστικό μπάντζο και το όργανο να οδηγούν τον ρυθμό σε όλη την διάρκεια, και τον μηχανοδηγό στο τέλος να γυρίζει και να απαντά χαμογελώντας στην επίμονη ερώτηση για το που επιτέλους πηγαίνουν: «Δεν ξέρω, εγώ μόνο ακολουθώ, ακολουθώ γραμμές….μόνο γραμμές ακολουθώ…»

1 – Bruce Springsteen – Downbound train (Born in the USA, 1984)

Σαπουνόπερα, αμερικανιά θανάτου από το Boss, με μια μελωδία όμως έτσι ποτισμένη από βροχή, ομίχλη και νύχτα όπως είναι, και την φωνή να τραγουδά την ιστορία βραχνά και αβίαστα, που μου ‘χει κολλήσει στο μυαλό 26 χρόνια τώρα, και κάθε φορά που το ακούω “I feel like I’m a rider on a downbound train”

Από έναν παρεξηγημένο δίσκο που έχει ουκ ολίγα διαμάντια σαν το Cover me, το I’m on fire (που θα μπορούσε και αυτό να είναι σ’ αυτή την συλλογή), το Hometown…

2 – Hank Williams – Ramblin man (Setting the woods on fire 2005)

Ο απόλυτος ύμνος στην περιπλάνηση από τον Hank, που γουστάρει να βολτάρει στις ράγες κάτω από τον γαλανό ουρανό του Θεού, και που όταν φτάσει στον τελικό προορισμό του θα ήθελε να πούμε για αυτόν: And when I’m go-one and at my grave you stand, Just say God called home your Ra-amblin’ Man.

Τι παραπάνω να πει κανείς για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ? Τίποτε, μόνο ότι η πρώτη του κυκλοφορία ήταν το 1951, δύο χρόνια πριν τελειώσει πρόωρα το ταξίδι του σ αυτόν εδώ τον μάταιο κόσμο ο Hank.

3 – Hyacinth House – European Rails (Black Crow’s Country 2007)

Και η ευρωπαϊκή απάντηση από τους Hyacinth House που στην κάθοδό τους από τον Βορά για τον Νότο και την Ανατολή περνούν μέσα από το Βερολίνο, την Πράγα, την Βουδαπέστη, το Βουκουρέστι και την Σόφια, με ένα σύγχρονο Orient Express εμπνεόμενοι παράλληλα για αυτό το μαγευτικό τραγούδι. Ταξιδιάρικο τόσο που ακόμη και αν το ακούς στο δρόμο για την πιο κοντινή παραλία σε κάνει να νομίζεις στα τεσσεράμισι λεπτά του ότι περιπλανιέσαι σε όλη την ήπειρο. Εδώ και 3 χρόνια από τότε που βγήκε αυτός ο φοβερός δίσκος, δεν υπάρχει συλλογή που ετοιμάζω για ταξίδι χωρίς να είναι αυτό μέσα.

4 – Naked PreyTrain Whistle (Under the blue marlin 1986)


Βαριά και ασήκωτη μπλουζιά από τους τρίτους εκπρόσωπους του paisley underground εδώ μέσα. Οι κιθάρες οργιάζουν βασανιστικά για τα ευαίσθητα αυτιά, ενόσω ο Van Christian τραγουδάει αυτή την βγαλμένη από τα σκοτάδια της ψυχής του Jim Thompson ιστορία, όσο μεθυσμένος παρουσιάστηκε και στο live της Θεσσαλονίκης τότε. Kαι όλα αυτά σε ένα δίσκο που ξεκινάει με το The Ride και τελειώνει με το What price for freedom, πράμα που σημαίνει ότι όποια rock δισκοθήκη δεν τον έχει το κλείνει το μαγαζί και ανοίγει τοστάδικο καλύτερα.

5 – Rolling Stones – Love in vain (Let it bleed 1969)

Αντίθετα από την εκδοχή του Τάκη Μουσαφίρη λίγα χρόνια μετά, εδώ η γκόμενα είναι αυτή που φεύγει και ο Μητρο…ε ο Jagger αυτός που μένει πίσω στο σταθμό να κοιτά το τραίνο που απομακρύνεται, συνειδητοποιώντας την ματαιότητα του έρωτα.

Μπλε και κόκκινα λαμπάκια αναβοσβήνουν, slide κιθάρες και το μαντολίνο του Ry Cooder παιανίζουν την αναχώρηση…

6 – The Inchtabokatables – Endless rail (Mitten im krieg 2001)

Για το τέλος μια διαδρομή που ανακάλυψα σχετικά πρόσφατα και από τότε με την πρώτη ευκαιρία πηδάω στο βαγόνι για μια βόλτα. Πέντε και κάτι λεπτά πάνω στις ράγες ταξιδεύοντας μέσα από τα τοπία του μυαλού, με τον Bbreuler και το βιολί του οδηγούς, και σένα να παρακαλείς να μην σταματήσουν πουθενά και ποτέ.

by saunterer

~  ~ ~

It Takes A Lot to Laugh, It Takes a Train To Cry

Υπάρχει μια ιστορία που λέει πως κάποτε ένας άνδρας με μια φυσαρμόνικα κατέβηκε σ’ έναν καθοριστικό σταθμό τρένου κάπου σε μια πόλη της δύσης ψάχνοντας για μια εκδίκηση που θα σιγούσε μια για πάντα τα μύχια της ψυχής του. Καθώς το τρένο έφυγε για τον επόμενο σταθμό εκείνος αμίλητος και σκληρός έθαψε στο χώμα τρεις επίδοξους δολοφόνους που περίμεναν να τον ξεκάνουν και συνέχισε για τον σκοπό του παίζοντας τον ίδιο τόνο στην φυσαρμόνικα. Στην ίδια ιστορία κάπου αργότερα μια από τις ομορφότερες γυναίκες του κόσμου κατεβαίνει από ένα άλλο τρένο αλλά στον ίδιο σταθμό. Χιλιάδες εργάτες σκάβουν το χώμα, βάζοντας ράγες που θα πάνε τα βαγόνια ακόμα πιο μακριά. Εκείνη το μόνο που σκέφτεται είναι το σπίτι ενός μακαρίτη και κάμποσες χούφτες δολάρια.

Όλα αυτά και ακόμα πιο πολλά συνέβησαν κάποτε στη δύση εκεί που κάθε τρένο έκρυβε κάθε τομάρι για κάθε σκοπό στο κουφάρι των βαγονιών του, επίδοξοι ληστές και λογής καθάρματα την έστηναν σε κάθε απόμερη μεριά της ξέρας για να αποτινάξουν τα τιμαλφή του, να αρπάξουν το χρηματοκιβώτιο και το τρένο να προχωρήσει λίγο αργότερα φτάνοντας σχεδόν πάντοτε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον προορισμό του.

Χρόνια αργότερα τα Σμιθ εντ Γουέσον μπήκαν στα θηκάρια τους και ‘γίναν ιστορίες να γράφουν στο χαρτί. Στα βαγόνια μπήκαν ποιητές και δεσποινίδες που γύρισαν όλο τον κόσμο μονάχα πάνω σε ράγες. Εραστές έγραψαν στα σκληρά καθίσματα ενός βαγονιού αποχαιρετιστήρια γράμματα, τουαλέτες ξέρασαν πτώματα και στα μικρά μπαρ που το ποτό δεν στεκόταν ποτέ ήσυχο ειπώθηκαν ιστορίες πιο άγιες και από την Καινή Διαθήκη.

Δώδεκα τραγούδια για τρένα, δώδεκα τραγούδια σφύριξαν το καθένα με τον τρόπο του και ξεσηκώθηκαν μέσα σε μια βραδιά όπου ξέθαβα τους προσωπικούς σταθμούς της δισκοθήκης μου κι όπως έγραψε κάποτε κι ο Dylan σ’ έναν από τα καλύτερά του τραγούδια… It Takes A Lot to Laugh, It Takes a Train To Cry…έτσι ήταν πάντα γέρο μου!

Ψψσστ…εισιτήριο κύριος!

1. Lord Buckley…The Train (A Most Immaculately Hip Aristocrat, 1970)

Κανένας άλλος πέρα από τον εκκεντρικό Λόρδο Buckley δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει καλύτερα τούτο το αφιέρωμα. Κάνοντας μόνο με την φωνή του, μηχανοδηγό, επιβάτες και το ίδιο το τρένο, σ’ έναν μονόλογο τραγούδι χωρίς όργανα, βάζει μπρος την μηχανή για το ταξίδι. Ειδικότης του να αφηγείται ιστορίες με έναν μοναδικό θεατρικό – μουσικό τρόπο, ο Buckley ερμήνευε κάποτε, δίχως κανένα όργανο το Κοράκι του Πόε, ένα κείμενο για τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, θέματα από έργα του Σαιξπηρ και κάθε λογής ιστορίες σε μια αφηγηματική υποκριτική πάνω «σ’ έναν κόσμο τόσο ιδιαίτερο, τόσο αδικαιολόγητα άγνωστο, τόσο εθιστικό για όσους αρέσκονται στο να δίνουν χρόνο για να ακούσουν ιστορίες»…τάδε έφη Loan me a Dime για το κείμενό του στον Ken Nordine.

2. Boz Scaggs…Waiting for a train (Boz Scaggs, 1969)

Η χιλιοειπωμένη σύνθεση του πατέρα της country Jimmie Rodgers εδώ τραγουδισμένη από τον Boz Scaggs σ’ ένα άλμπουμ που δεν χωράει σχολιασμό. Τώρα θα μου πεις γιατί διάλεξες την συγκεκριμένη εκτέλεση και όχι κάποια άλλη. Αυτήν ακούω τον τελευταίο καιρό θα σου απαντήσω, γιατί μετά το συγκεκριμένο στην δεύτερη πλευρά ακολουθεί ένα από τα καλύτερα κομμάτια όλων των εποχών. Οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού: «My pocketbook is empty my heart is full of pain, I‘m a thousand miles away from home just waitin‘ for a train», είναι τόσο περήφανα γραμμένοι που καρφί δεν σου καίγεται το που θα βρεθείς μετά..γιο λε λει λει λει…

3. The Blues Project…Two trains running (Projections, 1966)

Πρόκειται για το δεύτερο άλμπουμ και μάλλον τον καλύτερο που έκαναν. Με παραγωγό τον πολύ Tom Wilson, η παρέα του Al Cooper στήνει ένα ροκ μπλουζοψυχεδελιάρικο όργιο όπου δεν σ’ αφήνει όρθιο καμία στιγμή. Στο εντεκάλεπτο Two trains running του Muddy Waters, όπου κλείνει και την πρώτη πλευρά, μια ιστορία ξεδιπλώνεται ερωτικά και καταραμένα, ο Cooper σολάρει με την φωνή και το όργανό του και δυο τρένα τρέχουν μαζί με κάποιον που γάμησε τη γυναίκα κάποιου άλλου μπάζοντας μια φυσαρμόνικα αργότερα να κάνει την βρώμικη ως συνήθως δουλειά. Ο Paul Butterfield και η μπάντα του είπαν την ίδια χρονιά την ίδια ιστορία.

4. The Lollipop Shoppe…Underground Railroad (Just Colour, 1968)

Όταν στα δεκαοκτώ σου γράφεις ένα κομμάτι σαν το You must be a witch, ένα από τα κλασσικότερα garage punk τραγούδια των sixties τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά μαζί σου. Στο μοναδικό τους LP, οι Lollipop Shoppe του (Dead Moon) Fred Cole βρίσκονται σε μια μόνιμη φρίκη. Στο οκτάλεπτο Underground Railroad ο Fred βρίσκεται σ’ έναν υπόγειο σιδηρόδρομο προσπαθώντας να «φτάσει» ένα τρένο. Οι υπνωτικές κιθάρες στην αρχή ξεφεύγουν εντελώς όταν στην συνέχεια ο Cole στριγκλίζει όπως μόνο αυτός ξέρει κι ένας υπόγειος εφιάλτης που παλεύει να βρεθεί στο βαγόνι γίνεται απελπισία και τρέλα! Η συνέχεια ήταν ένα νεκρό φεγγάρι που ακολουθούσε ένα άλλο τρένο!

5. Link Wray and his Ray Men…Soul Train (The Swan Singles Collection 1963-1967, 2004)

Παίζοντας κιθάρα όπως κανένας άλλος στα χρόνια του ο μέγας Link Wray γράφει τούτο το κομμάτι το 1966 και το κυκλοφορεί μια χρονιά αργότερα ως single φυσικά στην Swan με αριθμό (Swan 45 – 4273). Ανέβα  σε τούτο το τρένο σε προστάζει ο αρχηγός και κάνε όλες τις βόλτες που αντέχει το τομάρι σου. Ανεβαίνω Link και πάω τον κώλο μου όπου θες εσύ!

6. Johnny Cash…On the Evening Train (American V: A Hundred Highways, 2006)


Σ’ ένα απογευματινό τρένο ο Johnny Cash στο κύκνειο άσμα του θαρρείς πως έχει ανεβεί ήδη τα σκαλιά του βαγονιού για τον άλλο κόσμο και σε τούτη την πανώρια σύνθεση του Hank Williams προσεύχεται στον θεό να του δώσει λίγη ακόμη δύναμη. Αν και το τραγούδι αναφέρεται σε γυναίκα, η εκτέλεση του μαυράντρα μοιάζει να είναι στασιδωμένη για την αγαπημένη του June Carter. Συγκινητικοί στίχοι και μια ανατριχιαστική ερμηνεία!

…γύρνα πλευρά πάμε για μια καινούργια διαδρομή, ο σταθμάρχης ανεβοκατεβάζει το χέρι…

1. The Walkabouts…Train Leaves at eight (Train leaves at eight, 2000)

Η σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη δια χειρός Walkabouts στο δεύτερο άλμπουμ που φτιασίδωσαν με διασκευές  μετά το Satisfied mind. Το γνωστό τρένο που φεύγει στις οκτώ, γίνεται ένα ορχηστρικό αποχαιρετιστήριο μουσικό γράμμα από ένα δίδυμο που κάποτε υπήρξε το αγαπημένο μας συγκρότημα, σε έναν δίσκο που όλες οι διασκευές είχαν λόγο.

2. The Flaming Stars…Midnight Train (Sunset & Void, 2002)

Σαν σε τούνελ περνά η ζωή σου και τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ο πότης Max Decharne σε άλλο ένα από τα πιο αγαπημένα συγκροτήματα, ταξιδεύει μέσα σ’ ένα μεταμεσονύκτιο τρένο και γυρνάει πίσω στην καλή του. Η μουσική που παίζουν οι Flaming Stars ήταν πάντοτε για τρένα και ταξύδια που έπαιρνες μαζί χειραποσκευή  ακόμα και δυο βήματα να τραβούσες.

3. Crime and the City Solution…On Every Train (Grain Will Bear Grain) (Shine, 1988)

O Simon Bonney, το μόνο σταθερό μέλος και φωνή των Crime and the City Solution, σε ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έγραψαν ποτέ και μάλλον στον καλύτερο τους δίσκο. Όταν ακούς το On Every Train θαρρείς πως τα πάντα τρέχουν πάνω σε μια ράγα, όλα τα θαύματα είναι δυνατά, η ζωή σου φαίνεται καλύτερη και ένα ταξίδι μέσα σε ένα βαγόνι είναι κάθε πιθανή δυνατότητα. Θυμάμαι σ’ ένα ταξίδι πριν από πολλά χρόνια να το ακούω σε walkman μέσα στον καρβουνιάρη και όλες οι εικόνες να πετάγονται σαν θησαυροί που σκέφτονται την αφεντιά μου. Ύμνος!

4. Bright Eyes…Train Under Water (I’m Wide Awake It’s Morning, 2006)

Ένα από τα τελευταία μεγάλα τραγούδια που έγραψε ο Conor Oberst. Η αγάπη ήταν πάντα σκληρή της λέει σε κάποια στιγμή, συνέβη σε μένα τώρα συμβαίνει και σε σένα αλλά if you‘d take that train underwater, Then we could talk it through. Ένα ταξίδι ήταν πάντα μια επιστροφή και μια επιστροφή έφερνε συνέχεια την απόφαση. Ήταν οι μέρες που τα μάτια του Oberst ήταν ακόμα λαμπερά και τα λόγια είχαν πάντα μια ιστορία να πουν μαζί με την μουσική. Μαζί μεγαλώσαμε και κάποιος στο τέλος έπρεπε να πέσει. God damn, you made me cry, για όσους θυμούνται ακόμα τούτο το τραγούδι…

5. Nick Cave…The Train Song (B-Side on The Ship Song, 1990)

Ο αρχηγός πάντα εδώ σε τούτο το σαρανταπεντάρι που φεύγει απ’ το λιμάνι και μπαίνει σ’ ένα τρένο που ακόμα τον περιμένει ενώ αυτός παλεύει να θυμηθεί. Α! ρε αρχηγέ πάλι εδώ μαζί…

6. Gun Club…Black Train (Fire of Love, 1981)

Το μαύρο τρένο του Jeffrey Lee Pierce, οι νύχτες που τα φώτα ζαλίζουν το κεφάλι σου, ο δίσκος που λυσσάει και πάει εκεί που δεν πάν οι άλλοι, η φωτιά της αγάπης, το τρένο που τρέχει, που τρέχει, που τρέχει. Τι να πρωτοθυμηθείς τελικά…

…Τέλος διαδρομής και ο καθείς με το δικό του ταξίδι, τις δικές του θύμησες, έναν σταθμό να πει μια ιστορία και μια ιστορία που ειπώθηκε σ’ ένα βαγόνι που σκοτείνιαζαν τα τοίχια του. Μια στριμωγμένη τουαλέτα που είδες ένα όνειρο και ξέρασες μια μνήμη, ένα κάθισμα δερμάτινο που βρώμαγε μιαν άλλη ζωή, οι εικόνες, το γέλιο που έγινε κλάμα, το τρένο της μεγάλης φυγής και το τρένο του κέντρου, το τρένο που πήραμε στα νιάτα μας για την περασιά που δεν μοίρασε ποτέ ησυχία, το τσαφ τσουφ, το μπράτσο που δεν βόλευε, ο ύπνος που δεν ερχότανε, η γυναίκα που μόστραρε τα μπούτια της απέναντί σου  κι εσύ δεν ήξερες που να κοιτάξεις…έχεις δίκιο γέρο μου… It Takes A Lot to Laugh, It Takes a Train To Cry…

by Arturo Bandini

Έφτασε να γίνει ψιλοφαλακρός παππούς για να μπει στα τσαρτς, κείνος ο λησμονημένος σύνδεσμος μεταξύ της jazz, του boogie woogie, του rock & roll κι εν κατακλείδι των rhythm & blues. Στα μεταιχμιακά χρόνια των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που πήγαν στην άκρη τις big bands, ο Roy Milton απ’ την Οκλαχόμα, έστησε μια μικρή παρέα και θέλησε να κάνει τον κόσμο να ξαναχορέψει..

Μεγάλωσε πάνω στα ντραμς, ακούγοντας τις φωνές των Bessie Smith και Ida Cox, βλέποντας τον Count Basie στο πιάνο, σπουδάζοντας στο Όστιν του Τέξας και αποκαλύπτωντας, γύρω στο 1928, πλάι στο ντραμίστικο ταλέντο του και μια φωνή που μπορούσε κάλλιστα να τραγουδά κάμποσα Tin Pan Alley τραγούδια. Το ’35, βρέθηκε στη Δυτική Ακτή, και όταν έφτασε ο πόλεμος, οι Solid Senders των Camille Howard στο πιάνο, Hosea Sapp στην τρομπέτα και Dave Robinson στο μπάσο, ξεκίνησαν να παίζουν στα κλαμπς των λευκών τα απογεύματα στη Sunset και το βράδυ, εκστασίαζαν τους lindy hoppers στην Western Avenue.

Ηχογράφησαν για την Hamp-Tone των Lionel και Gladys Hampton, το 1945. Τα δύο μέρη του Burma Road Blues έκαναν πάταγο, λίγο πριν η παρέα του Milton φύγει για την Juke Box, προαγγέλου της Speciality, κρατώντας στην κορυφή των τσαρτς για 26 εβδομάδες το “R.M. Blues”. Το jive, το swing, τα blues, το boogie woogie, τα επαναλαμβανόμενα ριφ, τα πνευστά κάμποσων ανθρώπων όπως το σαξόφωνο του Jackie Kelso, το τενόρο του Buddy Floyd, η κιθάρα του Johnny Rogers και τα όργανα μερικών ακόμη διέτρεξαν τους Solid Senders, δίχως λευκά ξεπλύματα.

Δεν ήταν τυχαίο που κομμάτια του Roy Milton αποτέλεσαν υλικό για μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Το “R.M. Blues” έδωσε υλικό στο “Troubles and Heartaches” του Ike Turner, ο Dave Bartholomew άκουσε πολλάκις το “Milton’s Boogie” (το οποίο ήταν εντούτοις μια διασκευή του “I May Be Wrong” του Count Basie) για να κανονίσει τα πνευστά τού “Bumpity Bump” του Smiley Lewis, κι ο Fats Domino ερμήνευσε τραγούδια του.

Σε τούτη την παρελθοντική συλλογή της Juke Box Lil, με τον Johnny Otis να φαίνεται στη φωτογραφία κάτω απ’ τον Milton, οι πλευρές χωρίζονται στις κρουνερίστικες ερμηνείες του και στον ήχο που έστησε ο ίδιος. Κι όπως διαπιστώνοταν και στο σημείωμα αυτής, μεταξύ όλων των παραπάνω πληοφοριών, ο πιθανότατα προπαππούς Roy Milton εξακολουθούσε να κάνει τον κόσμο να χορεύει.

Clara Rockmore (Mississippi Records 050)

Ήταν το 1929, όταν το -ένα χρόνο πριν- πατενταρισμένο Theremin πούλησε τα δικαιώματά του στην RCA. Ένα πλούσιο promotion έσπρωξε την εφεύρεση του Lev Sergeivitch Termen, με το σύνθημα πως επρόκειτο για ένα όργανο που μπορεί να παιχτεί απ’ τον οποιονδήποτε. Λίγο καιρό μετά, αποφάσισε να σταματήσει την παραγωγή του μιας και η προσδοκία της αποδείχτηκε ανώφελη.

Απ’ τις μέρες που ο Λένιν στάθηκε ακίνητος μπροστά του έως την άμουση ματαιότητα συγκροτημάτων των ATP, πολλοί θεώρησαν πως μπορούσαν να ζυγίσουν συχνότητες και ένταση στις δύο μεταλλικές κεραίες του. Απ’ το soundtrack του Spellbound έως τους avant-garde-στες και τον Χάνιμπαλ Λέκτερ, χέρια και δάχτυλα κινήθηκαν στην άυλη δύναμή του, δίχως ορισμένες θέσεις πάνω σε ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που έπιασε τα χάσματα ανάμεσα στις νότες που θα έβγαζε μια φωνή, ένα βιολί, ένα vibrato τρέμουλο, ένα glissando παίξιμο, ένα μονοφωνικό φάντασμα. Τούτο το όργανο, προπάτορας της ηλεκτρονικής μουσικής, δεινοπάθησε αλλά κι ευτύχησε σε χέρια σαν αυτά της Clara Rockmore.

Γεννημένη στη Ρωσία τον Μάρτιο του 1911, πήρε για δώρο ένα βιολί στα τέταρτα γεννέθλιά της. Στα πέντε της άρχισε να σπουδάζει εντατικά και ήδη απ’ τα εννιά, εκείνη και η λίγο μεγαλύτερη πιανίστρια αδερφή της Nadia Reisenberg, ξεκίνησαν να περιοδεύουν ανά την Ευρώπη. Τα χρόνια πέρασαν, εκείνη παράτησε το βιολί, έμαθε το Theremin και γύρω στο 1932, έπαιξε σε ένα κονσέρτο ώστε να συνοδεύσει μια παράσταση χορού. Εκεί γνώρισε και το δημιουργό του οργάνου.

Το 1934, ήταν έτοιμη για το πρώτο σόλο κονσέρτο της με την αδερφή της στο πιάνο. Το κοινό της 30ης Οκτώβρη του νεοϋρκέζικου Town Hall, αντίκρυσε μια νεαρή κοπέλα να επιτρέπει την απόκοσμη μελωδία του Theremin, να βαδίζει σε μια μελωδική ακολουθία, με θαυμαστή βιρτουοζική δεξιοτεχνία. Με τα χρόνια, οι κριτικοί την αποθέωσαν ενόσω εκείνη δοκίμαζε το εύρος των δυνατοτήτων του αγαπημένου της οργάνου, εκσυγχρονίζοντας το τεχνικά και παιχτικά.

21 χρόνια πριν το Μάιο του 1998, όταν και απεβίωσε στα 87 της χρόνια, η Clara Rockmore κυκλοφόρησε κάποιες ηχογραφήσεις της απ’ τον Ιούλιο του 1975 για λογαριασμό της Delos International και σε παραγωγή του Robert Moog, υπό τον τίτλο “The Art Of The Theremin”. Η Mississippi Records αποφάσισε να τις επανεκδόσει τρόπον τινά, για να μάθουμε πως μεταχειρίστηκε θέματα των Rachmaninoff, Saint Saens, De Falla, Achron, Wieniawski, Stravinsky, Ravel, Tschaikowsky και Glazunov.

Οι παλάμες της μεταπηδούσαν στους ήχους ανάμεσα σε μια απόκοσμη αίσθηση ερωτικής κατάπτωσης και σε έσχατες σκέψεις που βούιζαν σαν αρρωστημένη διαύγεια. Τα δάχτυλα της αμυδρά κι ανήσυχα, η φωνή θλιμμένη κι υπνωτική, μια κλασσικότροπη αναγγελία της απόγνωσης, του σπουδαίου μα όχι μεγαλοπρεπούς δράματος. Μια ιδιαίτερα γοητευτική ηχογράφηση χάρη σ’ ένα οργάνο που κατέληξε να αναλώνεται σε επί τούτου φουτουριστικά τερτίπια.

Weegee’s Naked City

Ώρες ώρες όντως μια φωτογραφία ισούται με χίλιες λέξεις και αυτή εδώ ισοδυναμεί με όλη τη φιλμογραφία του Scorsese, όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται αυτό! Ποτέ άλλοτε το έγκλημα, οι μαφιόζοι, η κατάπτωση, η μαυρίλα και η καταχνιά της Νέας Υόρκης των μέσων του προηγούμενου αιώνα δεν απαθανατίστηκαν τόσο τέλεια απ’ τον φωτοτογραφικό φακό όπως στο πρώτο φωτογραφικό άλμπουμ του μεγάλου Weegee (αληθινό όνομα Arthur Fellig) με τίτλο Naked City του 1945.
Εκείνο το βράδυ της 2ης Φεβρουαρίου του 1942 το πτώμα του μαφιόζου Andrew Izzo κείται νεκρό στο πλακόστρωτο της Broome Street πυροβολημένο από αστυνομικό. Το ρεβόλβερ του, (αυτός ο πιστός φίλος που ήταν γι’ αυτόν ο φίλος του, η γκόμενά του, η οικογένειά του) λίγα μέτρα παραδίπλα με τη κάνη στραμμένη πάνω του σαν να θρηνεί το χαμό του αφεντικού του.
Η φωτογραφία τιτλοφορείται Murder in Hell’s Kitchen και αποτελεί το αποκορύφωμα του άλμπουμ. Η αίσθηση που προκαλεί η κυκλοφορία του είναι τέτοια που τρία χρόνια αργότερα ο Jules Dassin θα γυρίσει μια ταινία με αυτόν τον τίτλο, στα τέλη των 50′ς θα εμφανιστεί και η ομώνυμη αστυνομική σειρά ενώ το 1990 ο John Zorn θα φτιάξει ένα noir-τζαζέ γκρουπ που θα το ονομάσει Naked City με την άνωθεν φωτογραφία να κοσμεί το εξώφυλλο του πρώτου τους ομώνυμου άλμπουμ.
ΟΚ, δε σκαμπάζω και πολλά από τεχνικής άποψης για την τέχνη της φωτογραφίας (σ’ αυτό το θέμα θα μπορούσε να μας διαφωτίσει περισσότερο ο Bandini) αλλά εδώ δε χρειάζονται και πολλά για να καταλάβει κανείς το μεγαλείο του καλλιτέχνη και όταν έχεις έναν άνθρωπο που είχε σπίτι του αστυνομικό ασύρματο για να παίρνει χαμπάρι αμέσως το οποιοδήποτε έγκλημα (και φυσικά τις περισσότερες φορές έφτανε στον τόπο του εγκλήματος πιο πριν απ’ την αστυνομία) τότε σίγουρα εδώ έχουμε να κάνουμε, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, και μ’ ένα δαιμόνιο μυαλό!

posted by Vertigo

Ι wanna be an dirty drinkerman…

Περπατούσα στον νωπό, απο την πίσσα, δρόμο κοντά στο Οφθαλμιατρείο. Ξάφνου, πατάω μια κουράδα. Τόσο μεγάλη που δάκρυσα απο τον πόνο που θα ένιωσε αυτή η σκύλα καθώς την έβγαζε απο τον τριχωτό της πρωκτό. Πόσες φορές έχω δακρύσει μονάχος μου…

Φτάνω στο κοντινότερο μπαρ και παραγγέλνω την αγαπημένη μου μπύρα… Βγάζω το τετραδιό μου και προσπαθώ να αποτυπώσω τις κραυγές αυτής της σκύλας. Είναι δύσκολο να συγκεντρωθείς νηφάλιος. Λέω στον Τάκη να μου βάλει άλλη μια..

Σκίζω το χαρτί και ρουφάω μια γουλιά απο την μελαγχολικά παγωμένη μπύρα μου.. Άραγε πόση ώρα παρέμεινε στο άπονο ψύχος για να την απολαύσω εγώ ο ταπεινός? Και συλλογίζομαι…

….

3 ώρες το λιγότερο…

Κρύβω το προσωπό μου μέσα στα σκασμένα απο το κρύο χέρια μου. Αναρωτιέμαι τί μου βρήκε… Ρουφάω και την τελευταία γουλιά. “Άλλη μια!”

Εκείνη με χώρισε.. Ήταν απαιτητική. Ήθελε βόλτες στα πάρκα και μαλλί της γριάς. Εγώ μόνο δυσωδία μπορώ να της προσφέρω. Την τροφή του καλλιτέχνη.

“Μια ακόμα..”

Αρπάω το μολύβι μου και καταφέρνω να γράψω τους πρώτους στίχους του τραγουδιού μου. Λυπητερό σαν τα μαλλιά μου που έχω να αγγίξω απο την βαφτισή μου. Τότε ψελλίζω : “Γυναίκες κουμπιά να βγάλετε αντί για μάτια, λεμόνια για μουνιά..” Τέλειο…

Κοιτάω τις πληγές στους καρπούς μου απο τα μαχαίρια που πήρα απο τα καπιταλοΙΚΕΑ. Κόβουν τα ρημάδια… Οι γιατροί φοβήθηκαν οτι θα με χάσουν αλλά εγώ είχα απλά χαμηλό σίδηρο.

“Τάκη, πιάσε μια μπύρα… Πολύ παγωμένη.. Σαν την καρδιά της..”

Με πλήγωσε η ρουφιάνα..

Θυμάμαι την μυρωδιά των μαλλιών της.. Πάντα ήθελε να γνωρίσει έναν στιχουργό της underground, όπως έλεγε, σκηνής. Απαντούσα οτι ήταν ακόμα μικρή για να κατανοήσει το μεγαλείο της μουσική και αυτό που έπρεπε να κάνει είναι να λούζει τα μαλλιά της…

Ο αφρός της μπύρας πάντα ξεγελάει… Δεν είναι παρά μπουρμπουλίθρες που προσπαθούν να ξεφύγουν απο τον κικεώνα της βύνης…

“Τάάαάάκη, μια…”

Την πρώτη φορά που κάναμε έρωτα, ήταν κάτω απο μια στοιχειωμένη βελανιδιά. Μετά απο δύο μέρες με παράτησε..

“Ήταν βρώμικη.. ” εξήγησε όταν την ρώτησα γιατί…

“Τάκη, μπύρα… Και ένα καλαμάκι…”

Βy Santa Carol………………………………………

Οι ρίζες είναι βαθιές, ο ιδρώτας βρωμάει χαράματα δίπλα από μια λάμπα, το ουίσκι είναι καθάριο, ο άνεμος έρχεται να πάρει την αγάπη μου μακριά σε μια ακόμα πιο άγρια νύχτα, ο κόκορας στο πιστόλι ανεβασμένος μέχρι να βγει ο ήλιος, το τραπέζι με μποτίλιες αδειανές, το χέρι ματωμένο στην τσέπη, κι εγώ έρχομαι από κάπου πουθενά φέρνοντας την βροχή παίρνοντας τούτα τα διαόλια μακριά μπας και σταματήσεις ν’ ανησυχείς για μια μοίρα που πάντα γυρνάει στο μαύρο.

Πέρσι, ναι είναι πια πέρσι, δυο αδικοχαμένα album πέρασαν στην λήθη έτσι για να σαχλαμαρίσουν άλλα πιο «πρωτοπόρα», πιο «σύγχρονα» και πιο «φρέσκα» στη μούχλα που θα τα παραδώσει κάποτε ο χρόνος. Τι να το κάνεις όμως, βλέπεις όλοι πια πλακώνονται στο ξύλο μέσα από υπολογιστές και η feelgood τέχνη έχει γίνει μια χαζοβιόλα πλατεία όπου όλοι περνάνε καλά. Διότι «μάγκα μου», που έλεγε κι ο μεγάλος Λεμπόβσκι, το παν είναι να περνάς καλά, να χορεύεις τον κώλο σου σε μπαρ της ανίας μετά της δώδεκα τη νύχτα, να κοιμάσαι τα μεσημέρια και να χαζογελάς σε κάθε μαλακία που λέει ο διπλανός σου. Κάποτε στην άγρια δύση τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβαινε. Όλοι ‘πίναν απ’ το πρωί, γαμούσαν όταν οι «άλλοι» έβγαιναν «εκτός», και πλακώνονταν στο χώμα που είχε μπόλικη νεκρίλα για να φάει. Είμαι όμως πάλι εκτός θέματος και πάλι λέω για να πώ.

Οι ρίζες είναι βαθιές, η νύχτα έχει από μόνη της τροφίμους να χωνέψει που λέει κι ένας ποιητής, η βροχή πέφτει απειλητικά που θα έγραφε κι ελπιδοφόρος νέος συγγραφέας και οι Builders and the Butchers αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν μόνοι τους ένα live άλμπουμ στην αρχή της φετινής χρονιάς έχοντας αφήσει πίσω τους το περσινό Salvation is a deep dark well γεμίζοντας κι αδειάζοντας ποτήρια με τις κακότυχες ιστορίες τους. Αντιγράφω τον φίλο μου Saunterer και παραθέτω το εισαγωγικό τους για την κριτική που είχε γράψει για το περασμένο τους άλμπουμ: «Μετακόμισαν από την Αλάσκα στο Πόρτλαντ του Όρεγκον για ν’ αφήσουν πίσω τους την παγωνιά και το ατελείωτο σκοτάδι, και αντί οι punk καταβολές τους να βρουν πρόσφορο έδαφος στα πάλαι ποτέ χωράφια του Αι Γρηγόρη, (όχι και ποιού Γρηγόρη, ένας είναι ο μέγιστος των μεγίστων Greg o Φασκόμηλος που λέγανε παλιά και στο Rollin under) τι έλεγα όμως? Α ναι! Εκεί στο έδαφος του Πόρτλαντ λοιπόν ανακάλυψαν τις νότιες ρίζες τους!!!  Και όταν λέμε νότο αυτόν τον βαθύ, πολύ βαθύ, με τα αποστακτήρια του ουίσκι καλά κρυμμένα στο σκοτεινό δάσος (πιο σκοτεινό κι απ αυτό που μέσα του απολάμβανε να σουλατσάρει ο Thoreau) μαζί με τους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες, τον θεό βλοσυρό και εκδικητή ακόμη και όταν ακούει τα gospel η τους ψαλμούς από την εκκλησία, και οι ιστορίες του εμφυλίου επίκαιρες λες και αναφέρονται στην προηγούμενη γενιά». (την συνέχεια διαβάστε την εδώ).

Οι ρίζες είναι βαθιές, πολύ βαθιές και η σωτηρία έρχεται μέσα από μια βαθιά σκοτεινή καλοσύνη. Οι Builders and the Butchers σε τούτο το live ξεκινούν ένα πανηγύρι μέσα από κακά μαντάτα. Τους φαντάζεσαι σε χρόνια μακρινά κι αντρίκια να ανεβαίνουν στο μεθυσμένο πάλκο ενός σαλούν, κανένας να μην τους δίνει σημασία στα πρώτα λεπτά γιατί όλοι έχουν έρθει για ξεφάντωμα και λίγο πιο μετά όλοι αγκαζέ και μ’ ένα πάντοτε πιοτί στο χέρι χορεύουν σαν λαμπεροί μεθυσμένοι ηλίθιοι που δεν τους νοιάζει τίποτε μα τίποτε άλλο εκτός απ’ το να ξεφύγουν απ’ την ανία και τα δεδομένα της ζωής. Έχουν χεσμένα τα δεδομένα και κάθε feelgood αρπαχτή που ξεθυμαίνει την ψεμματιά τους, στριφογυρνάνε γύρω από τον εαυτό τους μέχρι να πέσουν κάτω, λυμαίνουν το τώρα με μια πανάρχαια τρομπέτα, αφήνουν τον τρελό να κάνει το κομμάτι του στη μέση του χορού, τον δολοφόνο ν’ αρπάξει την πόρνη απ’ τη μέση κ’ ύστερα να τον δείρουν καθώς το καβλί του δεν κάθεται ήσυχο, βουτάνε τον μπάρμαν απ’ το γιακά και του προστάζουν να κεράσει όλο το μαγαζί, φτύνουν καπνό στην μούρη του φίλου τους καθώς λένε κάτι σημαντικό, γερνάνε και πιάνουν ακόμα τ’ αχαμνά τους. Αν μπορείς να φανταστείς μουσική σε όλα αυτά τότε έχεις ξεσκίσει ότι ταινία western υπάρχει, αν δεν μπορείς συνέχισε να χορεύεις μετά τις δώδεκα σε μπαρ της κατήφειας που τίποτα δεν οδηγεί στο μαύρο, ο αέρας δεν έρχεται για να πάρει την αγάπη σου κι έχεις τον κώλο σου αμολημένο μπας και γαργαληθούν οι μεσημεριάτικοι ύπνοι σου.

Οι Builders and the Butchers πέρσι κυκλοφόρησαν έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, οι δεύτεροι που δεν ανέφερα ήταν οι Mumlers με το Don’t throw me away, (χρωστάω ένα κείμενο), η μουσική που παίζουν και οι δύο είναι πια μια ξεπερασμένη κουράδα για σένα που βάλθηκες να κατεβάσεις σαρανταεφτάεκατομύρια καινούργια συγκροτήματα που κανείς δεν τους ξέρει παρά μονάχα εσύ dude μου ψαγμένε και παίζουν το καινούργιο dubstep κινητήριο μουσικό οικοδόμημα με μπαρουτοκαπνισμένες δόσεις από ελεκτρόνικα νόιζι βάσεις ήχους του μέλλοντος της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ και αφουγκράζεται όλη την τέχνη μυριάδες χρόνια μπροστά και βάλε και πέντε αστέρια -  όχι μεταξά -  αλλά αξίας σε έναν τύπο που τα σαμπλζ του είναι πολύ ψαγμένα και ο καλύτερος δίσκος της τελευταίας πεντηκονταετίας έρχεται από ένα παιδί είκοσι κάμποσο χρονών μονάχα που μεγάλωσε σε βιομηχανική περιοχή και τα σκατά…τα τα τα τα τα ταταταταατα …..και πάει λέγοντας και τατατατατατα…..και η συνέχεια αλλού…γιατί τώρα ξαναβάζω το When it Rains των Builders and the Butchers τελευταίο κομμάτι τους στο live και παίρνει το κεφάλι μου ανάποδες σε έναν μουσικό κόσμο που ευτυχώς τούτο το ιστολόγιο δεν κωλοκάθεται και δεν προστάζει…

….ώρα να φτύσω καπνό, να ξεράσω το ουίσκι, να χτίσω ένα σπίτι, να κόψω ένα κομμάτι κρέας, να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή.

The Builders and the Butchers site

The Builders and the Butchers myspace

by Arturo Bandini

Older Posts »